Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποίημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποίημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 7 Απριλίου 2020

παρά ...μύθοι







παρά ...μύθοι
Κυλάει αργά αυτό το παραμύθι
δίχως ρηγάδες δίχως λυγμούς
κυλάει αργά αυτό το παραμύθι
χωρίς εντάσεις χωρίς ρυθμούς
 --------------------------------------------------------
κυλάει αργά αυτό το παραμύθι
σαν κάποιος θέλει να μας αποκοιμίσει
κυλάει αργά κι από θανάτους βρίθει
κι ούτε στο τέλος θα τους αποτιμήσει
 --------------------------------------------------------
δεν έχει δράκο, ούτε και πρίγκιπα
καμιά νεράιδα φωτερή να μας πλανέψει
δεν έχει φίλτρα μαγικά, νερά αθάνατα
κανέναν πεθαμένο ν’ αντρειέψει
 --------------------------------------------------------
κυλάει αργά, αργά σαν το ποτάμι
που έχει χάσει πλέον την ορμή
κι όσοι το ακούμε αφόρητη πλήξη
μας έχει βαρύνει μες την ψυχή




(Ηράκλειο 1998)

Κυριακή 29 Μαρτίου 2020

Φονικό




Φονικό

Είχαν ζήσει χρόνια μαζί.
Από ένα σημείο της ζωής τους και μετά, ήταν σχεδόν αχώριστοι.
Κάποιοι τους μπέρδευαν μεταξύ τους.
Δεν ήταν  λίγες οι φορές που ένας περαστικός τον είχε φωνάξει με το όνομα του άλλου.
Κι όχι μόνο τούτο. Συνέβαινε καμιά φορά και το άλλο, το ακόμα πιο περίεργο:
Αρκετοί να γνωρίζουν μόνον αυτόν και όχι εκείνον.
Είχε αποφασίσει πως δεν πάει άλλο πια.
 Ένα βράδυ δείπνησαν μαζί.
Μερικές σελίδες μετά, τον σκότωσε.

                                                                                 (Ανώγεια, Φθινόπωρο 2016)


Μέρες …γιορτής




Μέρες …γιορτής
Σβήνουν αργά καπνίζοντας οι μέρες
Η γιορτή μου πια τελειώνει
Οι εμμονές μου κυνηγάνε σαν εταίρες
Έναν πελάτη να πληρώνει
--------------------------------------------------------
Πάψαν τα λόγια ένα – ένα
Η σιωπή απλώνει
Μα ν’ αγκαλιάσει, σώμα πια κανένα
Σ’ αυτή την άδεια γη δεν ανταμώνει
--------------------------------------------------------
Τα βήματα μου πλέον ορισμένα
Σε ράγες πάνω σαν καμιόνι
Μακριά θε να ξεφύγω απελπισμένα
Μα με κρατά σφιχτά η αγχόνη
-----------------------------------------------------
Σκέψεις και σχέδια απατημένα
Κι εκεί απάνω σιγολιώνει
Απ’ εκδοχή απελπισίας ιδωμένα
Κρότος βουβός που με παγώνει


(Δεκέμβρης 1999, στ’ Ανώγεια)




Σάββατο 28 Μαρτίου 2020

Σαγκάη




ΣΑΓΚΑΗ




Σαγκάη
Θηριώδες κάλεσμα!

Ένα μικρό παιδί
κρατά στα χέρια του παγωνιά
πλημμύρισαν οι δρόμοι σου σκοτάδι
τύλιξε το κορμί σου η άσπρη φλόγα
          κοιμήθηκε στο ξερό τσιμέντο η μνήμη

Λαθεμένη πορεία
δρόμοι ασφυκτικά γεμάτοι
δεν οδηγούνε πουθενά
-          που είναι η πόλη στη θάλασσα;

'Ασκοπη παλινδρομική κίνηση
η ζωή των ανθρώπων

Κοιμήσου Σαγκάη
το βαθύ σου ύπνο
κοιμήσου στης αρμύρας την κόψη
κοιμήσου πόλη στη θάλασσα
τον ύπνο με τις Ερινύες

Τα στάχυα στα χωράφια σου
Ξεριζωμένα




(Η πρώτη γραφή του στιχουργήματος αυτού χρονολογείται την άνοιξη του 2000, είκοσι χρόνια πριν. Το αρχικό χειρόγραφο ήταν 3 σελίδες Α4. Ακολούθησαν σχεδιάσματα επί σχεδιασμάτων, όπου σαν χειρούργος πετσόκοβα συνεχώς και κάθε φορά κάτι - από πολύ έως λίγο - από το σώμα του ποιήματος. Το τελευταίο - 8ο; - σχεδίασμα έγινε το καλοκαίρι του 2005 και από τότε άφησα αυτό το ταλαιπωρημένο από τις συνεχείς επεμβάσεις "παιδί" στην ησυχία του. Σήμερα ήρθε η ώρα να πάρει και εξιτήριο από το συρτάρι μου. Ας πάει στο καλό. Όσο για την επιλογή της πόλης, ναι μεν θα μπορούσαν να είναι και άλλες πολλές στην θέση της, όμως δεν έγινε εντελώς τυχαία. Ας πω μόνο ότι με εξιτάρει η σημασία του ονόματος της, με την οποία "παίζω" και μέσα στο ποίημα: "Πόλη στην θάλασσα". Ίσως υπάρχουν κι άλλοι λόγοι...).



Πέμπτη 26 Μαρτίου 2020

Πάνω στις νότες ενός requiem…




Πάνω στις νότες ενός requiem

Χορεύω πάνω στις νότες ενός requiem
τσαλαβουτώντας πάνω στο πεντάγραμμο
άτσαλα βήματα

Ένας χορός άχαρος, μπατάλικος
που ξεχειλίζει και γέρνει
βήματα που δεν είναι δικά μου
κι όμως τους ανήκω
με πάνε…
Με πάνε χωρίς να συμβαδίζουμε
απλώς προχωράμε
        κινούμαστε
                                              επιταχύνουμε

οι νότες τελειώνουν
σε λίγο θα βρεθούμε μετέωροι

Έξω από την παρτιτούρα
σε ένα άλλο χώρο
σε έναν άλλο χρόνο
σε μια άλλη συνθήκη
                                                                          Χωρίς μουσική



                                                                           (Ανώγεια Δεκέμβρης 2019)

Δευτέρα 23 Μαρτίου 2020

Στον Georg Trakl



Με τον Γκέοργκ Τρακλ «συναντήθηκα» κατά τύχη πριν 21 χρόνια, όταν έπεσα πάνω του «σκαλίζοντας» κατά την προσφιλή μου συνήθεια τα ράφια κάποιου βιβλιοπωλείου (συγκεκριμένα ήταν ένα μικρό βιβλιοπωλείο πάνω στην 62 Μαρτύρων το οποίο διατηρούσε ένας ευγενής ηλικιωμένος). Δεν τον ήξερα καθόλου τον Τρακλ τότε. Έπεσα πάνω στον τόμο των εκδόσεων Ύψιλον σε μετάφραση της Ελένης Νούσια. Στην πορεία των χρόνων συνέλεξα όλες τις ελληνικές μεταφράσεις του Τρακλ, οι οποίες είναι όλες από ενδιαφέρουσες έως εξαιρετικές, αλλά πάντα μέσα μου μένει το ύφος και η μουσική της πρώτης συνάντησης και έτσι στον παλιό αυτό τόμο επιστρέφω συχνότερα.
Η φωνή του ξεχωριστού αυτού «πουλιού», της κατ’ εμέ πιο ιδιαίτερης και πρωτότυπης περίπτωσης των γερμανικών γραμμάτων – και ίσως όχι μόνο – με συντροφεύει και ταυτόχρονα με απειλεί αδιαλείπτως από τότε.
Κάθε απόπειρα να μιλήσω για την ποίηση του Τρακλ σε πεζό λόγο, νιώθω πως είναι καταδικασμένη να κατακρημνιστεί πριν προλάβει να σταθεί στα πόδια της.
Έτσι είναι βολικότερο για μένα να μιλήσω με στίχους – όχι πως αυτοί δεν τρεκλίζουν αλλά ίσως έχουν μια ελπίδα να κάνουν μερικά έστω αβέβαια βήματα πριν την πτώση.

Του αφιέρωσα λοιπόν ένα στιχούργημα το οποίο είναι επηρεασμένο από την δική του ποίηση και το παρουσιάζω σε αυτό το ιστολόγιο. Μαζί μ’ αυτό παρουσιάζω και ένα δεύτερο στιχούργημα το οποίο περιγράφει την «άγρια» βραδιά κατά την οποία δημιουργήθηκε το πρώτο. Στον Georg Trakl λοιπόν… 


Στον Georg Trakl
Έλις
                το κοράκι ελάλησε
ποιος σου δεσε τα μάτια;
ποιος στα μαλλιά σου φώλιασε
κλωνιά γαλάζια γιασεμιά
ποιος χειρουργεί τις ώρες σου με τις διπλές λεπίδες;
                Παιδί!
                    παιδί μικρό θα φύγουμε
Ξαποσταμό τα πόδια μας δεν έχουν
                                           Πέρα! Μακριά…
                                                      σιμά συνάμα
                Μας ανημένει η μαύρη φλέγα
                                                  η αστείρευτη!
                                                        Τελειωμό δεν έχει
ίσως τα σκοτεινά μας δηλητήρια
                τώρα ν’ αρκούν!




Το βράδυ που γεννήθηκε ο Elis


Tο βράδυ που γεννήθηκε ο Elis

                παραλίγο να πεθάνω εγώ

-          Αν ήμουν εγώ

γιατί με σιγουριά δεν το ξέρω

ποιος έγραφε; Ποιος έσβηνε;

Ποιος μαχαίρωνε; Και ποιος δεχόταν το μαχαίρι;

Ποιος με τα μαύρα νερά πάλευε όλη νύχτα;

                Όλα θολά είναι
                                Ακαθόριστα
Θυμάμαι μόνο ξημερώματα
σχεδόν ξεψυχισμένος
σύρθηκα μέχρι τον νιπτήρα
                λίγο νερό να ρίξω
                                σ’ ένα ακέφαλο σώμα
Τι κρίμα!
                Δεν είχε ούτε χέρια…
                                                               (Ανώγεια 14 και 15 Φλεβάρη 2020)