Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αναρχία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αναρχία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 2 Απριλίου 2020

«δημοκρατία»



Η «αστική δημοκρατία» αυτή η ιέρεια του καπιταλισμού, μπογιαντισμένη και σοβαντισμένη, μετατρέπει την ζωή σε επιβίωση για τους πιο τυχερούς και σε θάνατο για τους πιο άτυχους. Κάποιοι ίσως νομίζουν πως θα βρουν τη λύση εντός της, μα εντός της μόνο "κουρσάρων ξίφη". Και όχι, δεν θα μπω φυσικά σε καμιά διαδικασία να την συγκρίνω με τα χειρότερα απ’ αυτήν που όντως υπάρχουν. Μα εμείς θέμε τη ζωή ολόκληρη και για όλους. Γραμμένο τον Απρίλιο-Μάιο  του 2001 στο Ηράκλειο, αν και αυτό μάλλον δεν έχει σημασία καθώς θα μπορούσε να είναι γραμμένο οποτεδήποτε, οπουδήποτε.


"δημοκρατία..."

Σαν τ’ αλογάκι που οι Δαναοί
Προσφέρανε στους Τρώες δώρο
Έχω και ‘γω στο κούφιο μου κορμί
Για τους φονιάδες κρύψει χώρο
----------------------------------------------------
Ζητωκραυγές, επευφημίες, χαρά πλέρια
Η άφιξη μου έχει προκαλέσει
Και ‘σεις με σηκωμένα χέρια
Στέρεα μου στήσατε μια θέση
----------------------------------------------------
Δεν ήρθα εδώ με τόξα και μαχαίρια
Μόνο τα μέσα αλλάζουν στους καιρούς
Φέρνω γιορτές, σας έταξα τ’ αστέρια!
Απ’ τα μανίκια μου βγάζω θεούς!
----------------------------------------------------
Δούρειος ίππος είμαι και ‘γω
Στη θέα μου παραληρούν ματωμένα πλήθη
Ξύλινο άλογο έχουν οδηγό
Που κρύβει εντός του κουρσάρων ξίφη
-------------------------------------------------------
Σεις, υπηρέτες της «δημοκρατίας»
Συ, «λεύτερη» μες τα δεσμά ζωή
Πόσο μ’ αρέσει να φυσάω στο πρόσωπο σας
Τούτη μου τη θανατερή πνοή




Τετάρτη 25 Μαρτίου 2020

Βαρκελώνη 1936

Το παρακάτω τραγούδι γράφτηκε τον Φλεβάρη του 2000, μέσα στο λεωφορείο καθώς ερχόμουν από το Ηράκλειο στα Ανώγεια (μετά έγιναν κάποιες επεξεργασίες μικρής έκτασης). Θυμάμαι το είχε μελλοποιήσει τότε ο Γιάγκος, αλλά τα χρόνια πέρασαν, δεν θυμάμαι καν τον ρυθμό. Όμως, "όσα είπαμε παλιά, ισχύουν...", γι' αυτό θα ήθελα να το αφιερώσω σε όλους όσοι χάθηκαν στην υπόθεση της απελευθέρωσης του ανθρώπου.



ΒΑΡΚΕΛΩΝΗ 1936
  
Αντάρα ζώνει τις κορφές
κρούβει καπνός τους φάρους
βλέπω με μαύρες φορεσιές
-και πορφυρές– κουρσάρους
βρέχει στο χώμα αστραπές
κι η γη βαριανασαίνει
πεταξ’ αητός στη θύελλα
κι η αλεπού σωπαίνει

Και σαν γυναίκα έτοιμη
το νεογνό να φέρει
τρέμουν της γης τα σωθικά
χαίρεται κ’ υποφέρει

Τ’ ωραίο σου το πρόσωπο, σ’ όλο το κόσμο απλώνει
τραγούδι ο Ασκάσο αρχινά
σπάει ο Ντουρρούτι τα δεσμά
πανώρια Βαρκελώνη!

Πέσαν’ απάνω σου καρφιά και τα ξανθά σου τα μαλλιά
κόκκινα βάψαν’
έσβησ’ η λάμψη απ’ τη ματιά, τα όνειρα σου στη φωτιά
ρίξανε και τα κάψαν’
εκείνους που σ’ αγάπησαν, μ’ ένα σπαθί τους κάρφωσαν
και σ’ ένα τάφο ομαδικό, όλους μαζί τους θάψαν

άνοιξ’ η γη κι ο ουρανός, ένας βουβός ορυγμαγδός
κι ένα κορμί στο αίμα
στύλωσες τα ματάκια σου
κοιτάζοντας το ψέμα.