Σάββατο 6 Ιουνίου 2020

Ο Νίκος Εγγονόπουλος και ο Ανωγειανός …Σολτάτος!




Ο Νίκος Εγγονόπουλος και ο Ανωγειανός …Σολτάτος!

Σε ένα από τα ποιήματα της τελευταίας του ποιητικής συλλογής που φέρει τον τίτλο «Στην κοιλάδα με τους ροδώνες» με ποιήματα γραμμένα μεταξύ του 1957 και του 1978, ο Νίκος Εγγονόπουλος κάνει την μοναδική ίσως (εγώ τουλάχιστον δεν έχω υπόψη μου καμιά άλλη) αναφορά στα Ανώγεια που υπάρχει σε ποίημα σημαντικού ποιητή της ελληνικής γλώσσας. Γιατί βέβαια, παρά τις επί μέρους– ή και τις εν τω συνόλω -   αντιρρήσεις, ο Νίκος Εγγονόπουλος είναι ένας σημαντικός ποιητής. Η αναφορά γίνεται στο ποίημα ΚΑΦΦΕΝΕΙΟΝ «Ο ΚΟΥΤΡΟΥΜΠΑΣ» όπου αναφέρεται ο Ανωγειανός δρομέας Σουλτάτος. Ο Εγγονόπουλος είτε από λάθος, είτε ποιητική αδεία – το πιθανότερο – τον αναφέρει ως «Σολτάτο». Ο Ανωγειανός Σολτάτος λοιπόν και ο Μαρουσώτης Σπύρος Λούης  - με αναφορά που ακολουθεί στον επόμενο στίχο – αναφέρονται ως παράδειγμα «γρηγοροπόδαρων» ανθρώπων στο ποίημα του Εγγονόπουλου, το οποίο μπορείτε να διαβάσετε παρακάτω:

ΚΑΦΦΕΝΕΙΟΝ «Ο ΚΟΥΤΡΟΥΜΠΑΣ»
ούτε οι ακόλουθοι ωκύποδες:
ούτε ο Ανωγειανός Σολτάτος
ούτε ο Σπύρος Λούης – Μαρουσώτης –
δεν αναπτύξανε ποτέ τέτοια τρεχάλα
ωσάν αυτήν π’ ανέπτυξα
- εγώ: ο γράφων –
για ν’ αποφύγω τους
ανθρώπους
όπου λεν ψέμματα

βέβαια κακόπιστοι σχολιαστές
ερμήνεψαν ποικιλοτρόπως
το φέρσιμο μου
- συνηθισμένη ιστορία –
μα τίποτε!
για μένανε μεγίστη σημασία
έχει
όπου απέφυγα έτσι
- λυσιτελώς –
τους
ανθρώπους
που λεν τα ψέμματα
(Νίκος Εγγονόπουλος «Στην κοιλάδα με τους ροδώνες», εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ, σελ. 115-116)

Άσχετη με το θέμα μας παρατήρηση: Πάντα όσες φορές εδιάβασα το συγκεκριμένο ποίημα, στους τελευταίους του στίχους έρχονταν στ’ αυτιά μου ένας καβαφικός απόηχος από το «Εις τα περίχωρα της Αντιοχείας»: «Το ουσιώδες είναι που έσκασε» του Καβάφη αντηχεί στο «για μένα μέγιστη σημασία έχει» του Εγγονόπουλου, και βέβαια υπάρχει η παρουσία του "βέβαια κακόπιστοι σχολιαστές", το οποίο καθρεπτίζεται στο "Έσκασε ο Ιουλιανός και διέδωσε - τι άλλο θα έκαμνε - πως η φωτιά ήταν βαλτή από τους Χριστιανούς εμάς" του ποιήματος του Καβάφη, ενώ φυσικά οι αντηχήσεις υπάρχουν και στην γλώσσα και στο ύφος σε ένα βαθμό.
Στο θέμα μας: Ποιος είναι ο «Ανωγειανός Σολτάτος» που παρουσιάζεται στο ποίημα του Εγγονόπουλου μαζί με τον Σπύρο Λούη ως χαρακτηριστικά παραδείγματα γρήγορων ανθρώπων; Πρόκειται – με αμφιβολία τείνουσα στο μηδέν ως προς αυτό – για τον Γ. Σουλτάτο, ο οποίος ήταν αυτός που έτρεξε στα Σφακιά για να καλέσει σε βοήθεια προς τους Σφακιανούς που μετά την απόδραση τους από τον Κούλε Ηρακλείου στα 1773 κρύφτηκαν σε σπήλαιο από το οποίο δεν μπορούσαν να μετακινηθούν πεζοί. Η παρακάτω αναφορά είναι από το βιβλίο του Ι.Δ. Μουρέλλου «Ιστορία της Κρήτης»:
«Δεκαπέντε μέρες έμειναν μέσα στο Σπήλιο κάτω από την προστασία των Κουρμούληδων, ως ότου ειδοποιηθούν με τον περίφημο ανωγειανό δρομέα Γ. Σουλτάτο οι καπετάνιοι των Σφακιών και οι συγγενείς εκείνων που σώθηκαν, να στείλουν ζώα να τους πάρουν, γιατί ήταν αδύνατο να μετακινηθούν πεζοί ».
Για περισσότερες πληροφορίες για το θέμα μπορείτε να επισκεφθείτε τον παρακάτω σύνδεσμο από την ΑΝΩΓΗ: Πρόκειταιγια ένα άρθρο του Μανόλη Μιχ. Δακανάλη με θέμα την …ωκυποδία των Ανωγειανών (τη εξαίρεσή εμού βεβαίως, αλλά και όχι μόνον! Όμως ας αφήσουμε στην ησυχία τους τους ...βραδύποδες και ας μείνουμε στους...σβέλτους για την ώρα).




Πέμπτη 4 Ιουνίου 2020

Circuit





Circuit
 (να διαβαστεί με φωνή εμπειρίκειο)

Το κακόμοιρο παιδί του Μπρετόν
να πνίγεται μέσα σε ελληνική κολυμβήθρα
                (της ένδοξης ελληνορθοδόξου παραδόσεως…)
και τότε ο Εγγονόπουλος
                (φορώντας άμφια ιερέως)
δίνει μια
(βουρλισμένος ίσως από το ακατάδεχτο πλήθος)
κλωτσάει την κολυμπήθρα
τα νερά χύνονται
το παιδί γλιστράει πασαλειμμένο άγιο μύρο
ξεφεύγει από χέρια λαδωμένα
κάνει γύρους ανάμεσα σε μανουάλια και στασίδια
σαν μονοθέσιο f1
-          Χωρίς πιτ - στώπ
-          Χωρίς πιτ – στώπ
με ελαστικά βρόχινα από την μια μεριά
και σλικ από την άλλη
Τετ – α – κε τάρει
Τετ – α – κε τάρει

Μα που είναι ο μάστορας;
τα κλειδιά;
τα καντσαβίδια;
Where is the lollipop man?

Ω! γαμώ τους χίλιους γρύλους!

Το μονοθέσιο έχει αρπάξει στις ρόδες του
τα ταγέρ των permanent κυριών
και στρουφαλιδών
Ω! στροφές των στροφάλων!
-          Χωρίς πιτ – στωπ
-          Χωρίς πτι – στωπ

Αναδιατάσσει στροφές και ευθείες
μέσα στον ναό
διαπερνώντας με την σουβλερή του μύτη
Ω! της f1 αεροδυναμιστές
το ιερό και την αγία τράπεζα
(δεν ξέρω ποια απ’ όλες, όλες αγίες είναι)
Λαρισαίοι και Υδραίοι βοηθάτε!

Τα γυαλιά του Εγγονόπουλου βορείως του γυναικωνίτη
πάνω στην εικόνα του ανανία μισαήλ 
το μούσι του Εμπειρίκου να γνέφει από το σείστρο
περιπεπλεγμένο στο σχοινί ανακρούσεως
τώρα πάνω στο μονοθέσιο ο Νικόλας Ράντος
-          Χωρίς πιτ – στωπ
-          Χωρίς πτι – στωπ
Να θρυμματίζει τα καντήλια

Οι καλεσμένοι εύχονται για το νεοφώτιστο στους ευτυχείς γονείς
καθώς εν είδη μετάληψης
εν μέσω συριγμών και ήχων πνιγμού
καταπίνουν τα γόνατα Μακ Φέρσον
και το σύστημα μεταδόσεως

Η ώρα μηδέν τέσσερεις μηδέν μηδέν
Ξεκινούμε 13 γύρους πίσω





Σάββατο 16 Μαΐου 2020

Χουάν Πρεσιάδο






Χουάν Πρεσιάδο
                στον Χουάν Ρούλφο




Χουάν Πρεσιάδο

        τι γυρεύεις εδώ;

έπαιζες κάποτε με τα κοντά σου παντελόνια

και την διχώς μανίκια λεπτή φανέλα

στα υψίπεδα που διαφέντευε ο ήλιος

τα παιδιά του τόπου σου

με τ’ αεικίνητα μάτια

και τα σχισμένα γόνατα

με τις περίτεχνες πλεξούδες στα μαλλιά

με τις φωτιές στα χέρια

ήσουν πάντα ξένος στον κόσμο τους

 

για που κίνησες τώρα;

δεν είναι μονάχα μια υπόσχεση

το ξέρεις

είναι μια άλλη δύναμη που σε κινεί να φύγεις

ψάχνεις τις σιδεριές και τα τσιμέντα

να στερεώσεις αυτό που ρέει σαν λάβα

κάτω απ’ τα πόδια σου

κι αυτά τα πόδια

σ’ εφέραν εδώ

γιατί;

 

Χουάν Πρεσιάδο

γνωρίζεις άραγε αυτό που θα σε φάει;

είναι το ίδιο που τρέφονταν από τις σάρκες σου χθες

είναι το ίδιο που τρέφετε απ’ τις σάρκες σου χρόνια τώρα

 

στο στομάχι μέσα του κτήνους

τα γαστρικά υγρά σε τρυπάνε

 

γιατί να τον βρεις άλλωστε;

 

Χουάν Πρεσιάδο

φύγε μακριά!

την έχεις δει τη μοίρα σου,

                        άγραφη που ‘ναι;






Σαν σήμερα, στις 17 Μάη 1917 γεννήθηκε ο Χουάν Ρούλφο, ο συγγραφέας του Πέδρο Πάραμο.
Σε κάποια από τις αναμετρήσεις μου μαζί του, κατακρεουργημένος από αυτόν τον ολετήρα, προέκυψε αυτό το μικρό στιχούργημα…




Δευτέρα 11 Μαΐου 2020

Georg Trakl - Δύο αποδόσεις ενός ποιήματος και ένα σχόλιο







Ακολουθούν δύο απόπειρες απόδοσης του ποιήματος "Στην αδελφή" του Γκέοργκ Τρακλ και ένα σχόλιο για το πώς αυτές προέκυψαν





Georg Trakl
Άσματα του ροζαρίου
Στην Αδελφή (πρώτη απόδοση)

Όπου περνάς φθινόπωρο γίνεται και βράδυ
γαλάζιο αγρίμι κάτω απ’ τα δέντρα βρυχάται
λίμνη ερημική το βράδυ

αχνό το πέταγμα των πουλιών ηχεί
θλίψη στα τόξα των ματιών σου
το φτενό χαμόγελο σου ηχεί

τα βλέφαρα σου ο θεός λύγισε
στην νύχτα τ’ άστρα αναζητούν, παιδί της Μεγάλης Παρασκευής
του μετώπου σου το τόξο



Georg Trakl
Άσματα του ροζαρίου
Στην Αδελφή (δεύτερη απόδοση)
Όπου περπατάς φθινόπωρο γίνεται και βράδυ
γαλάζιο αγρίμι κάτω απ’ τα δέντρα βρυχάται
το βράδυ λίμνη ερημική

γαλήνιο το πέταγμα των πουλιών ακούγεται
θλίψη στα τόξα των ματιών σου
το εύθραυστο ηχεί χαμόγελο σου

ο θεός τα βλέφαρα σου ελύγισε
παιδί της Μεγάλης Παρασκευής, στην νύχτα τ’ άστρα ψάχνουν
το τόξο του μετώπου σου



και ένα σχόλιο... 


Αυτή είναι μια – διπλή - απόπειρα μετάφρασης ή καλύτερα απόδοσης, ενός από τα πιο καίρια για την ποιητική περιοχή (αλλά ίσως και την προσωπική ζωή του ποιητή, αν και δεν με ενδιαφέρουν οι αυτοβιογραφικές ερμηνείες) του Georg Trakl ποιήματος. Πρόκειται για τον ποίημα «στην αδελφή» που ανήκει στα «άσματα του ροζαρίου».
Είχα υπόψη μου τρεις ήδη υπάρχουσες μεταφράσεις στα ελληνικά. Προέρχονται από τους τόμους: Γκέοργκ Τρακλ «Ένας οδοιπόρος στον μαύρο άνεμο» εκδόσεις Νησίδες σε μετάφραση της Ιωάννας Αβραμίδου, Georg Trakl «Σκοτεινή αγάπη μιας άγριας γενιάς» εκδόσεις Γαβριηλίδης σε μετάφραση Νίκου Ερηνάκη και Georg Trakl  «Ποιήματα» εκδόσεις Περισπωμένη σε μετάφραση Θανάση Λάμπρου. Αυτοί είναι οι τρεις τόμοι – ή τουλάχιστον αυτούς έχω εγώ υπόψη μου -  στα ελληνικά με ποιήματα του Τρακλ στους οποίους περιλαμβάνεται και το υπό συζήτηση ποίημα. Πρόκειται για δίγλωσσες εκδόσεις και στις τρεις περιπτώσεις. Άλλες δυο εξαιρετικές προσπάθειες μετάφρασης ποιημάτων του Τρακλ που αξίζει να αναφερθούν είναι οι: Γκέοργκ Τρακλ «Ο Sebastian στο όνειρο και δημοσιεύσεις στο “Brenner” 1914/1915» εκδόσεις Ύψιλον σε μετάφραση της Έλενας Νούσια και Γκέοργκ Τρακλ «Το όνειρο του κακού» εκδόσεις Ερατώ σε μετάφραση Μιχάλη Παπαντωνόπουλου. Σε αυτές τις δύο συλλογές δεν περιλαμβάνεται το υπό συζήτηση ποίημα.
Οπωσδήποτε μια μετάφραση ή απόπειρα απόδοσης σε άλλη γλώσσα ποιημάτων κουβαλάει μαζί της πολλά και γνωστά προβλήματα. Έχουν χυθεί τόνοι μελάνης και δεν θα με απασχολήσει το θέμα εδώ, στο βαθμό που δεν αφορά τουλάχιστον ειδικά στοιχεία της συγκεκριμένης μετάφρασης. Ακόμη περισσότερο ποιητές σαν τον Τρακλ – πολλώ δε μάλλον ο ίδιος ο Τρακλ – παρουσιάζουν ακόμη περισσότερες δυσκολίες.
Άρχισα να καταπιάνομαι με το συγκεκριμένο ποίημα για αρκετούς λόγους: Όπως ήδη ανέφερα το θεωρώ – και είναι – κομβικό για την Τρακλιανή ποιητική. Επίσης ήθελα να προσεγγίσω με μια νέα ματιά ίσως, ένα ειδικό θέμα, κι αυτό δεν είναι άλλο από τους ήχους του ποιήματος. Αν σκεφτούμε ότι πρόκειται για έναν εξπρεσιονιστή ποιητή, αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία.
Όλη η ιδέα – αν και στην πορεία με απασχόλησαν και άλλα πράγματα όπως η χρήση κάποιων συγκεκριμένων λέξεων – είχε να κάνει με τους ήχους που παράγονται στην σκηνοθεσία αυτής της σύνθεσης του  Τρακλ. Έχουμε μια εικονοποιεία η οποία «μιλάει» ταυτόχρονα, βγάζει ήχους και ο ποιητής επιμένει φυσικά πάνω σε αυτούς τους ήχους – πράγμα, επαναλαμβάνω εξόχως σημαντικό ιδιαίτερα σε ένα εξπρεσιονιστικό ποίημα. Έχουμε λοιπόν ήχους της λίμνης, των πουλιών και του γέλιου, αυτοί είναι τουλάχιστον οι απολύτως φανεροί, αλλά εγώ «ακούω» και κάποιους πιο κρυφούς όπως τους ήχους των βημάτων στον πρώτο στίχο όπου η αδελφή περπατώντας, πηγαίνοντας, περνώντας, δημιουργεί φθινόπωρο και βράδυ. Ήχοι δημιουργούνται από αυτό το βάδισμα, το πέρασμα και την μεταμόρφωση. Είναι ίσως ήχοι απαλοί, σχεδόν άηχοι, ωστόσο ακούγονται.
Στις ήδη υπάρχουσες μεταφράσεις η «ρύθμιση της έντασης του ήχου» μένει χαμηλά σε όλη τη διάρκεια του ποιήματος, πράγμα που ίσως του δίνει μια ηχητική συνοχή στην περιοχή των σιγανών, των απαλών, των ανεπαίσθητων ήχων. Σε όλη την διάρκεια πρέπει να έχεις στήσει αυτί για να ακούσεις – και αν. Τίποτα δεν ξεφεύγει πάνω από το επίπεδο του ψιθύρου. Έτσι, το γαλάζιο αγρίμι απλώς ακούγεται ή ηχεί. Απροσδιόριστα και ανεπαίσθητα. Των πουλιών το πέταγμα είναι απαλό, σιγανό ή ήσυχο και το γέλιο αδύναμο («αδύναμο ηχεί») ή σφιχτό ή λιγνό.
Έτσι όλο το ποίημα το σκεπάζει μια ησυχία, αποτελούμενη από ήχους.
Θεώρησα ότι η ένταση των ήχων, πριν κοπάσει πρέπει να ακουστεί. Να ακουστεί απότομα και δυνατά σαν κραυγή (τόσο συνυφασμένη με την εξπρεσιονιστική αισθητική).
Έτσι επέλεξα την λέξη «βρυχάται» για να αποδώσει τους ήχους που παράγονται από το γαλάζιο αγρίμι. Θεωρώ πως η λέξη tönt του πρωτοτύπου, επιτρέπει αυτήν την κατά κάποιο τρόπο "αυθαιρεσία" (την οποία για να είμαι ειλικρινής δεν θεωρώ αυθαιρεσία ειδικά αν αποφασίσουμε να ελέγξουμε τα πράγματα από την σκοπιά της ποιητικής γλώσσας).
Αυτή η αλλαγή προκαλεί μια εντελώς διαφορετική διακύμανση στους ήχους του ποιήματος. Μοιάζει να εισβάλει αυθαίρετα ξεχαρβαλώνοντας την συντεταγμένη ησυχία των στίχων.
Όμως: είναι ο μοναδικός εσωτερικός ήχος (με την έννοια του βαθέως αλλά και όχι μόνο) που ακούγεται σε όλο το ποίημα και είναι ακριβώς αυτός που βγαίνει μέσα από κάποιο βάθος. Είναι ο «εντός ήχος» και γι’ αυτό σε πλήρη αντίθεση με την – φαινομενική ούτως ή άλλως – ηρεμία, ανησυχαστική ηρεμία ίσως, των εξωτερικών ήχων. Είναι φανερό ότι κι αυτοί είναι έτοιμοι να ξεσπάσουν. Κινούνται στο όριο της νηνεμίας πριν την θύελλα. Όλος ο από κάτω κόσμος της σύνθεσης, όλος ο εσωτερικός κόσμος των πρωταγωνιστών της, βρυχάται, μαίνεται, λυσσομανά. «Μέσα μου αφρίζουν θάλασσες κι ωκεανοί χτυπιούνται…». Αυτή η κομβική αντίφαση θεωρώ πως αποδίδεται καλύτερα με την χρήση αυτής της λέξης (ή ίσως κάποιας ανάλογης).
Η απόδοση αυτής της εικόνας – καλύτερα: του ήχου αυτής της εικόνας – ήταν το κύριο μέλημα στις αποδόσεις αυτές.
Το δεύτερο θέμα από το οποίο προέκυψε και η διπλή μορφή ήταν το εξής: Στο γερμανικό πρωτότυπο, ο Τρακλ τελειώνει με την ίδια λέξη (όχι απλή ομοιοκαταληξία, αλλά με την ίδια ακριβώς λέξη) τον 1ο και τον 3ο στίχο της πρώτης στροφής, ενώ το ίδιο κάνει και στην δεύτερη στροφή. Το μοτίβο αυτό σπάει στην τρίτη και τελευταία στροφή του ποιήματος. Έτσι, στην πρώτη απόπειρα απόδοσης, κράτησα αυτό το στοιχείο από το πρωτότυπο, ενώ στην δεύτερη λειτούργησα εντελώς ελεύθερα κάτι που έχω την αίσθηση ότι βοηθάει την ροή των λέξεων. Παράλληλα, με την ευκαιρία της δεύτερης απόδοσης, άλλαξα κάποιες λέξεις, ώστε να γίνει φανερή – και να προσθέσει ίσως σε απόλαυση – η ποικιλία των λέξεων και των μορφών που μπορεί να πάρει το ποίημα.
Προφανώς και οι δυο προσπάθειες είναι μόνο ένα «παιχνίδι απόδοσης», ένα ποιητικό παιχνίδι, μια απόπειρα ευκρατέστερης συνομιλίας – για μένα προσωπικά - με το ποιητικό σύμπαν του Τρακλ, την οποία απλώς αφήνω εδώ για όποιον άλλο ενδιαφέρεται.



Παρασκευή 8 Μαΐου 2020

Θέλω να ‘ρχεσαι



Θέλω να ‘ρχεσαι
μνήμη Μάρκου Μέσκου

Δεν θέλω να φεύγεις
Θέλω να ‘ρχεσαι
είναι μακριά μου οι μνήμες μιας κάποιας άνοιξης
απλώνω τα χέρια και δεν τις φτάνω

Δεν θέλω να φεύγεις,
Θέλω να ‘ρχεσαι
μυρίζω ακόμη τα κύματα
τρέχει ο αφρός τους στην πλάτη μου

Δεν θέλω να φεύγεις
Θέλω να ‘ρχεσαι
είναι και κείνα τα τοπία που πέρασα δίχως να τα δω
που με φιλοξένησαν κι ας μην τα αισθάνθηκα

Δεν θέλω να φεύγεις
Θέλω να ‘ρχεσαι
οι πόρτες κοιμούνται
τώρα που τις έπιασες στον ύπνο
Πέρνα!
Η άλλη μεριά – ας είναι μια ψευδαίσθηση –
δεν παύει να είναι μια άλλη μεριά

Δεν θέλω να φεύγεις
είναι κοντά μου οι νύχτες του φόνου

Δεν θέλω να φεύγεις
μια ανάσα από μένα τα μεγάλα νέφαλα

Δεν θέλω να φεύγεις
τώρα που στέκομαι μούσκεμα στη μέση του δρόμου
μ’ ένα σβησμένο τσιγάρο στο στόμα

Θέλω να ‘ρχεσαι
ό,τι ζητώ κυλάει μέσα στις φλέβες σου

Θέλω να ‘ρχεσαι
μέσα απ’ τους φράχτες – μέσα απ’ τα τείχη

Θέλω να ‘ρχεσαι!
Να κολυμπάς μέσα στο αίμα μου




(Ανώγεια, Γενάρης-Φλεβάρης 2020)



Πέμπτη 7 Μαΐου 2020

«οι …κατσιμπαλήδες»





«οι …κατσιμπαλήδες»
Τα υ-γκρέκουμ τσικαλάκια
                και οι διπλωμάτες
τα ξόανα της κριτικής
και οι σκελετωμένες μούμιες των «εθνικών παροραμάτων»

Μίλτο Σαχτούρη
                Τους κάρφωσες
μνήμη της καταισχύνης
στο μάρμαρο της ποίησης

                Φτιάχνοντας
το ωραιότερο επιτύμβιο
που θα μπορούσε να ‘χει
                                           ο Καρούζος!



(Ανώγεια Μάης 2020)

Τετάρτη 29 Απριλίου 2020

Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ in memory...



Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ


Σαν σήμερα, 29 Απριλίου (του μήνα του σκληρού; ) του 1863 γεννήθηκε και σαν σήμερα, 29 Απριλίου του 1933, σε ηλικία ακριβώς 70 χρονών πέθανε ο μεγαλύτερος ποιητής που έγραψε ποτέ στην ελληνική γλώσσα – τουλάχιστον μέχρι σήμερα, αν και μπορώ να ρισκάρω την πρόβλεψη πως δεν διαφαίνεται στο ορατό μέλλον πολύ πιθανή η εμφάνιση ανάλογης περίπτωσης, που να δημιουργήσει τέτοιου τύπου έργο – ο Κωνσταντίνος Πέτρου Καβάφης.
Η περίπτωση του, απολύτως ξεχωριστή στην ελληνική ποίηση: Ο Καβάφης δημιούργησε την δική του γλώσσα, το δικό του ύφος, την δική του θεματική, φτιάχνοντας μια μοναδική ποιητική περιοχή.
Δεν ήταν κάτι εύκολο, δεν ήταν κάτι που έγινε έτσι απλά. Απαιτήθηκε αγώνας, απαιτήθηκε «συμμόρφωση» (σε πολλά εισαγωγικά η λέξη) της ζωής του ποιητή με τις απαιτήσεις του ποιητικού του έργου στο οποίο – ειδικά από ένα σημείο του βίου του και μετά – δόθηκε ολόψυχα.
Τα πρώτα ποιήματα του – αυτά που θα αποκηρύξει μετά – δεν ομοιάζουν καθόλου με αυτά που αποτέλεσαν εν τέλει το απόσταγμα του έργου του ποιητή, τα 154 ποιήματα του, αυτά που ο ίδιος ο ποιητής επέλεξε να είναι το έργο της ζωής του. Ο Καβάφης αγωνίστηκε πολύ και με συνέπεια και με κόστος για να δημιουργήσει αυτήν την πρωτότυπη ποιητική περιοχή, να βρει την γλώσσα και το ύφος του, αλλά και την κοινή γραμμή που δίνει ενότητα στο έργο του.
Τα πρώτα χρόνια του 20ου αιώνα, με τον Καβάφη σχεδόν 40 χρονών, αρχίζει να συντελείται σιγά σιγά η αλλαγή, αρχίζουν να χαράζονται οι νέες διαδρομές. Το 1907 γίνεται η εγκατάσταση στο περίφημο σπίτι της οδού Λέψιους που γίνεται το εργαστήριο του Καβάφη. Εκεί μέσα, δημιουργείται ο Καβαφικός ποιητικός κόσμος. Όπως το γράφει πολύ όμορφα σε ένα κριτικό του σημείωμα ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος: «…(το έργο του Καβάφη) εκτοξευόταν από την οδό Λέψιους με την μορφή συστημένων, ονομαστικών προκηρύξεων».
Η τομή του 1911 θα ολοκληρώσει την στροφή προς αυτό που σήμερα ξέρουμε και λογίζεται ως Καβαφικό έργο, ενώ στα 1922 αφήνει και την δουλειά του – παρά την επικείμενη προαγωγή – για να αφοσιωθεί πλήρως στην ποίηση. Τα αποκηρυγμένα του, μπορεί να έχουν αξία για τον μελετητή που θέλει να γνωρίσει όλη την πορεία μέχρι την δημιουργία αυτής της ξεχωριστής ποιητικής επικράτειας, όμως από την άλλη δεν παύει να είναι αυτό που λέει ακριβώς η λέξη: «αποκηρυγμένα», δηλαδή κομμάτι του έργου που δεν αναγνωρίζει ως τέτοιο ο ίδιος ο ποιητής. Κατ’ εμέ το ίδιο ισχύει και για τα λεγόμενα «κρυμμένα». Είναι προφανές ότι έμειναν κρυμμένα γιατί έτσι το θέλησε ο ίδιος. Επομένως το Καβαφικό έργο είναι ακριβώς αυτά τα 154 ποιήματα που ο ίδιος ο Καβάφης ενέκρινε ως σώμα της ποίησης του. Μόλις 154 ποιήματα για έναν ποιητή που έζησε 70 χρόνια! Αυτό αποτελεί από μόνο του μια στάση ζωής ως προς την τέχνη και ταυτόχρονα αποτελεί και μια ιδιότυπη «κριτική της ποίησης». «Να φοβάσαι τους μεγάλους τόμους στην ποίηση. Μείνε μακριά τους» έλεγε κάποιος – που δεν θυμάμαι τώρα ποιος.
Δεν θα ξεχάσουμε βέβαια την πολεμική που δέχθηκε από τον περιβόητο πυρήνα της «γενιάς του ‘30» (αυτούς που όλους μαζί τους χαρακτήρισε και τους χάραξε πάνω στην ανεξίτηλη πέτρα της ποίησης ως «κατσιμπαλήδες» ο Μίλτος Σαχτούρης όταν αποχαιρετούσε τον Νίκο Καρούζο), οι οποίοι είχαν λυσσάξει εναντίον του, όπως ακριβώς και εναντίον του άλλου μεγάλου της ελληνικής ποίησης του Κώστα Καρυωτάκη.
Το σημερινό αφιέρωμα στην μνήμη του μεγάλου ποιητή Καβάφη, θα είναι αναπόφευκτα μικρό, καθώς θα ήταν ούτως ή άλλως παράλογο να ζητήσει κανείς από μένα μια πλήρη κριτική ενός τόσο πλούσιου έργου, ενός έργου με τόση μεγάλη ευρύτητα για το οποίο οι κριτικές μελέτες που έχουν δημοσιευτεί είναι εκατοντάδες (ίσως και χιλιάδες) και όχι μόνο στην Ελλάδα φυσικά. Ενός έργου εν τέλει το οποίο έχει επηρεάσει λογοτέχνες από πολλές χώρες. Κάτι τέτοιο θα απαιτούσε δουλειά πολλών χρόνων και δεν ξέρω καν αν θα είχα την δυνατότητα να το κάνω – αν και υποψιάζομαι πως όχι. Στα σχεδόν 30 χρόνια που έχουν περάσει από τότε που πρωτογνώρισα το Καβαφικό έργο και με το οποίο έκτοτε έχω μια συνεχή συζήτηση, ουδέποτε ως τώρα μου πέρασε από το μυαλό να κάνω μια συνολική και πλήρη κριτική (μονάχα σε μεμονωμένα ποιήματα έχει συμβεί αυτό και κατά το πλείστο σε συζητήσεις, προφορικά δηλαδή, χωρίς scripta manent).
Επομένως το καλύτερο είναι να μιλήσει ο ίδιος ο ποιητής μέσω των ποιημάτων του. Επέλεξα λοιπόν μερικά ποιήματα – όχι αυτά που θα λέγαμε πως είναι τα πιο ευρέως γνωστά του, ακριβώς για τον λόγο ότι είναι ήδη πολύ γνωστά – με τα οποία θα κλείσει αυτό το μικρό αφιέρωμα στην μνήμη του.
Ας ξεκινήσουμε με το «Νέοι της Σιδώνος (400 μ.Χ)», μια αριστουργηματική καβαφική σύνθεση, που φυσικά ακροβατεί πάνω στο ρευστό ζύγι της καβαφικής ειρωνείας:

«Νέοι τῆς Σιδῶνος (400 μ.Χ.)»
Ὁ ἠθοποιός πού ἔφεραν γιά νά τούς διασκεδάσει
ἀπήγγειλε καί μερικά ἐπιγράμματα ἐκλεκτά.

Ἡ αἴθουσα ἄνοιγε στον κῆπο ἐπάνω
κ’ εἶχεν μιάν ἐλαφρά εὐωδία ἀνθέων
πού ἑνώνονταν μέ τά μυρωδικά
τῶν πέντε ἀρωματισμένων Σιδωνίων νέων.

Διαβάσθηκαν Μελέαγρος, καί Κριναγόρας, καί Ριανός.
Μά σάν ἀπήγγειλεν ὁ ἠθοποιός,
«Αἰσχύλον Εὐφορίωνος Ἀθηναῖον τόδε κεύθει –»
(τονίζοντας ἴσως ὑπέρ τό δέον
τό «ἀλκήν δ’ εὐδόκιμον», τό «Μαραθώνιον ἄλσος»),
πετάχθηκε εὐθύς ἕνα παιδί ζωηρό,
φανατικό γιά γράμματα καί φώναξε

«Ἆ δέν μ’ ἀρέσει τό τετράστιχον αὐτό.
Ἐκφράσεις τοιούτου εἴδους μοιάζουν κάπως σάν λιποψυχίες.
Δῶσε -κηρύττω- στό ἔργον σου ὅλην τήν δύναμί σου,
ὅλην τήν μέριμνα, καί πάλι τό ἔργον σου θυμήσου
μές στήν δοκιμασίαν, ἤ ὅταν ἡ ὥρα σου πιά γέρνει.
Ἒτσι ἀπό σένα περιμένω κι ἀπαιτῶ.
Κι ὄχι ἀπ’ τόν νοῦ σου ὁλότελα νά βγάλεις
τῆς Τραγωδίας τόν Λόγον τόν λαμπρό –
τί Ἀγαμέμνονα, τί Προμηθέα θαυμαστό,
τί Ὀρέστου, τί Κασσάνδρας παρουσίες,
τί Ἑπτά ἐπί Θήβας – καί γιά μνήμη σου νά βάλεις
μ ό ν ο πού μές στῶν στρατιωτῶν τές τάξεις, τόν σωρό
πολέμησες καί σύ τόν Δᾶτι καί τόν Ἀρταφέρνη.»

Ο Καβάφης τους νέους των ποιημάτων του, τους θέλει νέους. Δεν θέλει να τους κεράσει με την βαριά προίκα των γηρατειών. Έτσι αναπόφευκτα πεθαίνουν νέοι όλοι τους, 30 χρονών το πολύ. Ένα μικρό αριστούργημα το παρακάτω, ένα πανέμορφο «άγαλμα λόγου»:

 «Εν τω Μηνί Αθύρ»
Με δυσκολία διαβάζω   στην πέτρα την αρχαία.
«Κύ[ρι]ε Ιησού Χριστέ».   Ένα «Ψυ[χ]ήν» διακρίνω.
«Εν τω μη[νί] Aθύρ»        «Ο Λεύκιο[ς] ε[κοιμ]ήθη».
Στη μνεία της ηλικίας   «Εβί[ωσ]εν ετών»,
το Κάππα Ζήτα δείχνει   που νέος εκοιμήθη.
Μες στα φθαρμένα βλέπω   «Aυτό[ν]... Aλεξανδρέα».
Μετά έχει τρεις γραμμές   πολύ ακρωτηριασμένες·
μα κάτι λέξεις βγάζω —   σαν «δ[ά]κρυα ημών», «οδύνην»,
κατόπιν πάλι «δάκρυα»,   και «[ημ]ίν τοις [φ]ίλοις πένθος».
Με φαίνεται που ο Λεύκιος   μεγάλως θ’ αγαπήθη.
Εν τω μηνί Aθύρ   ο Λεύκιος εκοιμήθη.

Ο ίδιος ο ποιητής τα γηρατειά δεν τα απόφυγε. Μα εκείνα δεν αντέχονται. Κι έτσι προσφεύγει – ή μάλλον καταφεύγει -  σε αρχαίους μάγους. Να κάνουν τι; Μα να φτιάξουν γιατρικό, απόσταγμα. Να τον γυρίσει πίσω, όταν αυτός ήταν – τι άλλο; - 23 χρονών! Όμως δεν φτάνει μόνο αυτό, το θαυματουργό απόσταγμα θα πρέπει και τον φίλο του να γυρίσει πίσω, που τότε ήταν 22 χρονών. Και πώς αλλιώς; Θαυματουργό μαντζούνι είναι άλλωστε, ότι θέλει κάνει, να επιστρέψει και την κάμαρα εκείνη πίσω, την ίδια εκείνη ερωτική κάμαρα ώστε να ολοκληρωθεί πλήρης κι ακέραιη μέσα στο χρόνο η αναδρομή. Διότι μόνο όταν όλα γίνουν όπως τότε, θα επουλωθεί η πληγή:

«Κατά τες συνταγές αρχαίων Eλληνοσύρων μάγων»
«Ποιο απόσταγμα να βρίσκεται από βότανα
γητεύματος», είπ’ ένας αισθητής,
«ποιο απόσταγμα κατά τες συνταγές
αρχαίων Ελληνοσύρων μάγων καμωμένο
που για μια μέρα (αν περισσότερο
δεν φθάν’ η δύναμίς του), ή και για λίγην ώρα
τα είκοσι τρία μου χρόνια να με φέρει
ξανά· τον φίλον μου στα είκοσι δυο του  χρόνια
να με φέρει ξανά— την εμορφιά του, την αγάπη του.

»Ποιο απόσταγμα να βρίσκεται κατά τες συνταγές
αρχαίων Ελληνοσύρων μάγων καμωμένο
που, σύμφωνα με την αναδρομήν,
και την μικρή μας κάμαρη να επαναφέρει.»

Φυσικά υπάρχει κι άλλος τρόπος παρηγοριάς, όταν κανείς αμετάκλητα γεράσει και εφόσον οι αρχαίοι μάγοι κωφεύουν στις παρακλήσεις του για θαυματουργά αποστάγματα βοτάνων που νικούν το χρόνο. Τι άλλο μπορεί να νικήσει τον χρόνο; Μα η τέχνη. Η ίδια η ποίηση. Ο γέρος ποιητής λοιπόν ανακαλύπτει πώς έχει ακόμα μερτικό στα νιάτα – όχι συχνά βέβαια, σπανίως, ίσως πολύ σπανίως, όμως έχει:

«Πολύ σπανίως»
Είν’ ένας γέροντας. Εξηντλημένος και κυρτός,
σακατεμένος απ’ τα χρόνια, κι από καταχρήσεις,
σιγά βαδίζοντας διαβαίνει το σοκάκι.
Κι όμως σαν μπει στο σπίτι του να κρύψει
τα χάλια και τα γηρατειά του, μελετά
το μερτικό που έχει ακόμη αυτός στα νειάτα.

Έφηβοι τώρα τους δικούς του στίχους λένε.
Στα μάτια των τα ζωηρά περνούν η οπτασίες του.
Το υγιές, ηδονικό μυαλό των,
η εύγραμμη, σφιχτοδεμένη σάρκα των,
με την δική του έκφανσι του ωραίου συγκινούνται.

Αυτός ο υπέροχος στίχος «με την δική του έκφανσι του ωραίου» είναι κομβικός στον Καβάφη. Η δημιουργία μιας – ας την πούμε έτσι – δικής του, προσωπικής αισθητικής η οποία θα διατρέχει και θα ορίζει όχι μόνο τον βίο αλλά και την τέχνη του, όχι μόνο την τέχνη του αλλά και τον βίο του, υπήρξε θεμελιώδες ζήτημα για τον Καβάφη διαμέσου του οποίου δημιουργήθηκε ο δικός του ποιητικός χώρος. Κάποτε μάλιστα το ζήτημα της Αισθητικής φτάνει να ταυτιστεί με το ζήτημα της Ηθικής (προφανώς δεν εννοώ την λέξη με την τρέχουσα – με την κάθε τρέχουσα – έννοια της). Ο ακαλαίσθητος, είναι ανήθικος, είναι διεφθαρμένος, είναι μπαγαπόντης. Διότι το ωραίο στον Καβάφη δεν εξαντλείται φυσικά στην οπτική παρατήρηση. Διατρέχει το βάθος των πραγμάτων, διαπερνά και διαμορφώνει την ουσία τους, είναι ο πυρήνας της τέχνης και της ζωής.

«Εύνοια του Αλεξάνδρου Βάλα»
Α δεν συγχίζομαι που έσπασε μια ρόδα
του αμαξιού, και που έχασα μια αστεία νίκη.
Με τα καλά κρασιά, και μες στα ωραία ρόδα
τη νύχτα θα περάσω. Η Αντιόχεια με ανήκει.
Είμαι ο νέος ο πιο δοξαστός.
Του Βάλα είμ’ εγώ η αδυναμία, ο λατρευτός.
Αύριο, να δεις, θα πουν πως ο αγών δεν έγινε σωστός.
(Μα αν ήμουν ακαλαίσθητος, κι αν μυστικά το είχα προστάξει –
θάβγαζαν πρώτο, οι κόλακες, και το κουτσό μου αμάξι).


Άφησα για το τέλος ένα αριστούργημα, τον «Μύρη»:


"Μύρης Αλεξάνδρεια του 340 μ.Χ."

Την συμφορά ὅταν ἔμαθα, πού ο Μύρης πέθανε,
πῆγα στό σπίτι του, μ’ ὅλο πού τό ἀποφεύγω
νά εἰσέρχομαι στῶν Χριστιανῶν τά σπίτια,
πρό πάντων ὅταν ἔχουν θλίψεις ἤ γιορτές.

Στάθηκα σέ διάδρομο. Δέν θέλησα
νά προχωρήσω πιό ἐντός, γιατί ἀντελήφθην
πού οἱ συγγενεῖς τοῦ πεθαμένου μ’ ἔβλεπαν
μέ προφανῆ ἀπορίαν καί μέ δυσαρέσκεια.

Τόν εἴχανε σέ μιά μεγάλη κάμαρη
πού ἀπό τήν ἄκρην ὅπου στάθηκα
εἶδα κομμάτι∙ ὅλο τάπητες πολύτιμοι,
καί σκεύη ἐξ ἀργύρου καί χρυσοῦ.

Στέκομουν κ’ ἔκλαια σέ μιά ἄκρη τοῦ διαδρόμου.
Καί σκέπτομουν που ἡ συγκεντρώσεις μας κ’ ἡ ἐκδρομές
χωρίς τόν Μύρη δέν θ’ ἀξίζουν πιά∙
καί σκέπτομουν πού πιά δέν θά τόν δῶ
στά ωραῖα κι ἄσεμνα ξενύχτια μας
νά χαίρεται, καί νά γελᾶ, καί ν’ ἀπαγγέλλει στίχους
μέ τήν τελεία του αἴσθησι τοῦ ἑλληνικου ρυθμοῦ∙
καί σκέπτομουν πού ἔχασα γιά πάντα
τήν ἐμορφιά του, πού ἔχασα γιά πάντα
τόν νέον πού λάτρευα παράφορα.

Κάτι γρηές, κοντά μου, χαμηλά μιλοῦσαν γιά
τήν τελευταία μέρα πού ἔζησε –
στά χείλη του διαρκῶς τ’ όνομα τοῦ Χριστοῦ,
στά χέρια του βαστοῦσ’ ἕναν σταυρό. –
Μπήκαν κατόπι μές στήν κάμαρη
τέσσαρες Χριστιανοί ἱερεῖς, κ’ ἔλεγαν προσευχές
ἐνθέρμως καί δεήσεις στόν Ἰησοῦν,
ἢ στήν Μαρίαν (δέν ξέρω τήν θρησκεία τους καλά).

Γνωρίζαμε, βεβάιως, πού ο Μύρης ἦταν Χριστιανός.
Ἀπό τήν πρώτην ὥρα τό γνωρίζαμε, ὅταν
πρόπερσι στήν παρέα μας εἶχε μπεῖ.
Μά ζοῦσεν ἀπολύτως σάν κ’ ἐμᾶς.
Ἀπ’ ὅλους μας πιό ἔκδοτος στές ἡδονές∙
σκορπώντας αφειδῶς τό χρῆμα του στές διασκεδάσεις.
Γιά τήν ὑπόληψι τοῦ κόσμου ξένοιαστος,
ρίχνονταν πρόθυμα σέ νύχτιες ρήξεις στές ὁδούς
ὅταν ἐτύχαινε ἡ παρέα μας
νά συναντήσει ἀντίθετη παρέα.
Ποτέ γιά τήν θρησκεία του δεν μιλοῦσε.
Μάλιστα μιά φορά τόν εἴπαμε
πώς θά τόν πάρουμε μαζύ μας στο Σεράπιον.
Ὅμως σάν νά δυσαρεστήθηκε
μ’ αὐτόν μας τόν ἀστεϊσμό: θυμοῦμαι τώρα.
Ἆ κι ἄλλες δυό φορές τώρα στόν νοῦ μου ἔρχονται.
Ὅταν στόν Ποσειδῶνα κάμναμε σπονδές,
τραβήχτηκε ἀπ’ τόν κύκλο μας, κ’ ἔστρεψε ἀλλοῦ τό βλέμμα.
Ὅταν ἐνθουσιασμένος ἕνας μας
εἶπεν, Ἡ συντροφιά μας να’ ναι ὑπό
τήν εὔνοιαν καί τήν προστασίαν τοῦ μεγάλου,
τοῦ πανωραίου Ἀπόλλωνος – ψιθύρισεν ὁ Μύρης
(οἱ ἄλλοι δέν ἄκουσαν) «τῆ ἐξαιρέσει ἐμοῦ».

Οἱ Χριστιανοί ἱερεῖς μεγαλοφώνως
γιά τήν ψυχή τοῦ νέου δέονταν. –
Παρατηροῦσα μέ πόση ἐπιμέλεια,
καί μέ τί προσοχήν ἐντατική
στούς τύπους τῆς θρησκείας τους, ἑτοιμάζονταν
ὅλα για την χριστιανική κηδεία.
Κ’ ἐξαίφνης μέ κυρίευσε μιά ἀλλόκοτη
ἐντύπωσις. Ἀόριστα, αἰσθανόμουν
σάν νά ‘φευγεν ἀπό κοντά μου ὁ Μύρης∙
αἰσθανόμουν πού ἑνώθη, Χριστιανός,
μέ τους δικούς του, καί πού γένομουν
ξ έ ν ο ς ἐγώ, ξ έ ν ο ς π ο λ ύ∙ ἔνοιωθα κιόλα
μιά ἀμφιβολία νά μέ σιμώνει: μήπως κ’ εἶχα γελασθεῖ
ἀπό τό πάθος μου, καί π ά ν τ α τοῦ ἤμουν ξένος. –
Πετάχτηκα ἔξω απ’ τό φρικτό τους σπίτι,
ἔφυγα γρήγορα πρίν ἁρπαχθεί, πρίν ἀλλοιωθεῖ
ἀπ’ την χριστιανοσύνη τους ἡ θύμηση τοῦ Μύρη.