Δευτέρα 20 Ιουλίου 2020

«Τη σάρκα, το αίμα θα βάλω σε σχήμα βιβλίου μεγάλο…»





«Τη σάρκα, το αίμα θα βάλω σε σχήμα βιβλίου μεγάλο…»

Η πιστολιά της Πρέβεζας – πάνε 92 χρόνια πια – ακόμα αντηχεί στα δώματα της σύγχρονης γραμμένης στην ελληνική γλώσσα ποίησης. Κι ακόμα καρφώνει, πληγώνει και κεντρίζει το σώμα της.
Σαν σήμερα, 21 Ιούλη του 1928, ο Κώστας Καρυωτάκης – αφού είχε εις μάτην προσπαθήσει το προηγούμενο βράδυ να πνιγεί – αγοράζει ένα πιστόλι από το οπλοπωλείο του Ιωάννη Αναγνωστόπουλου στην Πρέβεζα, πηγαίνει στο παραλιακό καφενείο του Νιόνιου Καλλίνικου όπου πίνει βυσσινάδα και συντάσσει το τελευταίο σημείωμα (παρά που προέρχεται από μια ολονύχτια απόπειρα αυτοκτονίας και ετοιμάζεται να κάνει την επόμενη δεν χάνει καθόλου το πικρό του χιούμορ και συμβουλεύει σε αυτό το σημείωμα επίδοξους αυτόχειρες που ξέρουν κολύμπι να μην «επιχειρήσουν ποτέ να αυτοκτονήσουν δια θαλάσσης»). Ακολούθως προχώρησε περίπου 400 μέτρα πέρα από το καφενείο, κάθισε κάτω από έναν ευκάλυπτο, τράβηξε την σκανδάλη και με μια σφαίρα στην καρδιά «βρήκε την γαλήνη» όπως έγραψαν στην πλάκα που υπάρχει στο σημείο της αυτοκτονίας του. Η ώρα ήταν περίπου 16.30.


Το 9άρι πιστόλι της αυτοκτονίας του Καρυωτάκη όπως και η αποχαιρετιστήρια επιστολή εκτίθενται στο Μουσείο Μπενάκη


Η πιστολιά βέβαια πήρε αμέσως την ζωή του ποιητή, αλλά ο ήχος της, σχεδόν αιώνας πια, δεν λέει να κοπάσει. Συνεχίζει να βουίζει – ενοχλητικό για πολλούς έντομο – στ’ αυτιά της ποίησης, τουλάχιστον αυτής που γράφεται στην ελληνική γλώσσα από τότε μέχρι σήμερα. Και θα εξακολουθήσει.
Δεν θα γράψω ένα κριτικό κείμενο για την ποίηση του Κώστα Καρυωτάκη. Αυτό το έχουν κάνει καλύτερα απ’ όλους ο Βύρων Λεοντάρης στο περιοδικό «σημειώσεις» και ο Τέλος Άγρας πίσω στα 1933 αλλά και με ποιητικό τρόπο ο Ανδρέας Εμπειρίκοςστο «Όταν οι ευκάλυπτοι θροΐζουν στις αλέες» της Οκτάνας του. 
Ούτε φυσικά θα μιλήσω για το φάντασμα του καρυωτακισμού που -ως φάντασμα- ποτέ δεν υπήρξε παρ’ εκτός στα θολωμένα μυαλά του πυρήνα της περιβόητης γενιάς του ’30 ( ή για να μην τους …αδικώ, στον προγραμματικό κατάλογο του πολιτικού σχεδίου της), αυτών των εργολάβων της ελληνοκεντρικότητας, του τρισχιλιετούς ελληνικού πολιτισμού και της …νέας εθνικής αφήγησης με όχημα τον εθνολαϊκισμό εκπεφρασμένο μέσα από το πρίσμα του «μακρυγιαννισμού» (το θέμα φυσικά είναι μεγάλο και όλο και περισσότερο έρχεται πλέον στην επιφάνεια). Αυτών που προσπάθησαν με κάθε τρόπο να πνίξουν φωνές σαν του Καρυωτάκη – ίσως κυρίως του Καρυωτάκη – μεταξύ πολλών άλλων: τι Καβάφης, τι Εγγονόπουλος, τι Καρούζος και πόσοι και πόσοι: μια και είπα Εγγονόπουλος μου είναι αδύνατον να αντισταθώ στον πειρασμό και να μην παραθέσω τους τελευταίους στίχους του προτελευταίου ποιήματος της τελευταίας συλλογής του υπερρεαλιστή ποιητή.
Στο ποίημα λοιπόν «Ο Βελισάριος» που ουσιαστικά κλείνει την συλλογή «Στην κοιλάδα με τους ροδώνες» άρα και συνολικά το ποιητικό έργο του Νίκου Εγγονόπουλου, ο ποιητής γράφει:

«…έτσι
στους τελευταίους ακριβώς χρόνους της φθίνουσας περιόδου «του ‘30»
αναμεσίς
στους φιλόδοξους με τ’ ακαθόριστα σχέδια
τούς άγρια λυσσαγμένους – παρ’ όλο το ισχνότατο των εφοδίων τους –
για μιαν όσο μπορούσαν πλατύτερη επικράτηση
τούς άγουρους – σαλιάρηδες – διακονιαρέους και κλέφτες
της δόξας
ξεκίνησε νεώτατος ο Βελισάριος
παρέα με τον Ανδρέα τον Εμπειρίκο
να δημιουργήσει
και να ζήση» (Ν. Εγγονόπουλου, «στην κοιλάδα με τους ροδώνες» σελ. 162, Ίκαρος)


Η φωτογραφία που τράβηξε η αστυνομία από το σημείο της αυτοκτονίας


Δεν θα χρειαζόταν καν εκείνο το απολύτως δηλωτικό «του ‘30» που έβαλε ο Εγγονόπουλος μέσα στο ποίημα για να καταλάβουμε τι και ποιους εννοεί (το έργο του υπερρεαλιστή ποιητή είναι ούτως ή άλλως σταθερά απέναντι στο …ιερατείο του …βοηθού του Νικολόπουλου στην μεταξική λογοκρισία). Όμως φτάνει με αυτούς, τους Δημαράδες και τους Θεοτοκάδες (ο ένας έγραψε για τον Καρυωτάκη πως δεν είναι καν ποιητής και ο άλλος πως δεν έχει γράψει ούτε ένα καλό ποίημα, ο Δημαράς τώρα και ο Θεοτοκάς, αλλά δεν υποψιαζόντουσαν τότε πως είχαν τα κοφτερά δόντια του χρόνου στην πλάτη τους και τους έφαγε κομμάτι κομμάτι και τώρα τρώει και τ’ απομεινάρια τους ενώ την ίδια ώρα εκατάσταινε ωραίους με στοργή και φροντίδα και συνεχίζει να τους κατασταίνει τον Καρυωτάκη, τον Καβάφη, τον Καρούζο, τον Εγγονόπουλο, τον Σαχτούρη και τόσους και τόσους) και φυσικά τους Σεφέρηδες και τους συν αυτώ…
Το σημείωμα λοιπόν αυτό, ως αφιέρωση μνήμης στον Κ.Γ. Καρυωτάκη, δεν μπορεί παρά να ανήκει στην ποίηση – μέρα που είναι, στην ποίηση τη δική του.
Ας τον αφήσουμε λοιπόν να μιλήσει. Εγώ θα κάνω απλά την επιλογή των στίχων και όπου το νιώσω ανάγκη κάποιους σύντομους σχολιασμούς.
Στην πρώτη του συλλογή «Ο πόνος  του ανθρώπου και των πραμάτων» (1919) στο ποίημα με τον τίτλο Gala και υπότιτλο «θα γλεντήσω κι εγώ μια νύχτα» (το ποίημα έχουν μελοποιήσει οι Magic de spell) υπάρχει η πολύ όμορφη στροφή

«κι ως θα σας λέω για κάτι ωραίο και αβρό
που σκυθρωποί το τριγυρίζουν πόθοι,
τη λέξη την λυπητερή θα βρω
που ακόμα δεν ειπώθη»

Πέρα από την ομορφιά της στροφής, την θεωρώ πολύ σημαντική για την ποιητική του Καρυωτάκη. Ο αγώνας της τέχνης του είναι σε μεγάλο βαθμό ακριβώς αυτός: να βρεθεί η λέξη που δεν έχει ειπωθεί ακόμη. Όμως ο ποιητής μοιάζει φαίνεται και είναι απολύτως συνειδητοποιημένος ότι η κεντρική ουσία της ζωής του ανθρώπου (αλλά και των πραμάτων) θα μείνει άφραστη. Ο αγώνας είναι εξ αρχής χαμένος. Το κάστρο δεν θα πέσει. Η λέξη δεν θα βρεθεί. Θα μείνει ο αγώνας της αναζήτησης της. Για τον ποιητή όλη η ποιητική δημιουργία εκκινεί, στροβιλίζεται και εξαντλείται γύρω από την εξ αρχής χαμένη αυτή αναζήτηση, γιατί αλίμονο αν η λέξη βρεθεί.
Επανέρχεται ακριβώς στο ίδιο θέμα στην επόμενη συλλογή του «Νηπενθή» στο ποίημα «Δρόμος» (θα το δούμε ολόκληρο παρακάτω):

«τώρα θανάσιμη
νύχτα με ζώνει
μέσα μου ογκώνονται
οι άφραστοι πόνοι»

οι πόνοι – οι βαθύτεροι πόνοι του ανθρώπου και των πραμάτων – είναι και θα παραμείνουν άφραστοι γιατί δεν υπάρχει λέξη να τους σηκώσει. Αυτή είναι εξ αρχής η ποιητική πεποίθηση του Καρυωτάκη γι’ αυτό και ειρωνεύεται και σαρκάζει αρκετές φορές στο έργο του την ίδια την ποιητική λειτουργία, την ποίηση ως ολότητα δηλαδή αλλά και τον ίδιο του τον εαυτό ως ποιητή μα και τους συναδέλφους του:

« - ποιητή, κυλάει το γέλιο μου
μέλι και χλεύη, αλλά
δεν παύεις να σφυροκοπάς
των ήχων τα στεφάνια.
 - Κόρη, δουλεύω ανώφελα,
μα η στείρα τι ωφελά
και σιωπηλή του αχάτινου
ματιού σου υπερηφάνια;»

θα πει στην 8η στροφή των «Στροφών» πάλι στα «Νηπενθή»
ενώ στο «Είμαστε κάτι…» των «Ελεγείων» γράφει:

«Είμαστε κάτι διάχυτες αισθήσεις,
χωρίς ελπίδα να συγκεντρωθούμε.
Στα νεύρα μας μπερδεύεται όλη η φύσις.
Στο σώμα, στην ενθύμηση πονούμε.
Μας διώχνουνε τα πράγματα, κι η ποίησις
είναι το καταφύγιο που φθονούμε»

ενώ βέβαια υλικό παρόμοιο υπάρχει και στις «Σάτιρες» (και πώς θα μπορούσε αλλιώς )

«Αλλάζουμε με ήχους και συλλαβές
τα αισθήματα στη χάρτινη καρδιά μας,
δημοσιεύουμε τα ποιήματα μας
για να τιτλοφορούμεθα ποιητές»

λέει στο «Όλοι μαζί…» στο οποίο μεν ο στόχος του είναι άλλος αλλά δεν παύει να αντηχεί η σταθερή πεποίθηση του για την ματαιότητα του εγχειρήματος της ποιητικής δημιουργίας. Φυσικά δεν είναι ο πρώτος, ούτε ο τελευταίος. Όμως στον Καρυωτάκη είναι φανερό ότι αυτό το πράγμα τον «πειράζει», τον πονεί, θα ήθελε να είναι αλλιώς, θα ήθελε δηλαδή να μπορούσε να φτάσει η γλώσσα μέσα από την ποιητική δημιουργία στον πυρήνα ακόμα κι αυτών που είναι άφραστα, να τα καταστήσει ρητά και να δικαιωθεί(; ) ως τέχνη. Φυσικά δεν είναι αφελής, γνωρίζει το ουτοπικό του πράγματος όμως ταυτόχρονα αυτό τον βουρλίζει.
Στις «Σάτιρες» υπάρχει και η «Σταδιοδρομία» την οποία θα δούμε ολόκληρη παρακάτω. Και εδώ η στόχευση είναι πολλαπλή, το ποίημα ασφαλώς και δεν εξαντλείται σε αυτό που συζητάμε τώρα – το οποίο ίσως δεν είναι καν το κέντρο του – όμως υπάρχει πάλι αυτή η ίδια πικρή διαπίστωση για την λειτουργία της ποίησης που εδώ δίνεται με τον μεγαλύτερο δυνατό ειρωνικό και σαρκαστικό τόνο:

«οι στίχοι παρέχουν ελπίδες
θα γράψουν οι εφημερίδες»

Η «Αισιοδοξία» είναι ένα από τα τελευταία ποιήματα πριν αυτοκτονήσει που δεν πρόλαβε φυσικά να μπει σε κάποια συλλογή. Και εδώ ο ποιητής ξανασκοντάφτει πάνω στην ίδια πληγή:

«Ας υποθέσουμε πώς δεν έχουμε φτάσει
από εκατό δρόμους τα όρια της σιγής»

Το σημείο της αυτοκτονίας σήμερα



Νομίζω ότι αυτά τα παραδείγματα είναι αρκετά για να στηρίξουν αυτή την υπόθεση, στην οποία θέλησα να σταθώ γιατί νομίζω δεν έχει μελετηθεί όσο θα της άξιζε. Το εντυπωσιακό εδώ είναι ότι η πεποίθηση αυτή δεν δημιουργείται στην πορεία. Ο ποιητής ξεκινάει αμέσως, από την πρώτη του συλλογή κουβαλώντας πάνω του αυτό το φορτίο, το οποίο δεν θα μπορέσει ποτέ να ξεφορτωθεί στον δρόμο. Τολμώ λοιπόν να πω ότι ακόμα και η ίδια του η τέχνη, αντί να απαλύνει όξυνε τους πόνους του μέσα στο πλαίσιο στο οποίο γινόταν αντιληπτή πρώτα πρώτα από τον ίδιο τον δημιουργό της.
Φεύγοντας από το συγκεκριμένο θέμα, ας επιστρέψουμε στην πρώτη ποιητική συλλογή «Ο πόνος του ανθρώπου και των πραμάτων» κι ας κάνουμε μια περιδιάβαση σε όμορφους στίχους και ποιήματα του Κώστα Καρυωτάκη:
Ένα κομψοτέχνημα είναι το ποίημα που τιτλοφορείται «Αγάπη»
με υπότιτλο «Κι ήμουν στο σκοτάδι. Κι ήμουν στο σκοτάδι. Και με είδε μια αχτίδα»

Δροσούλα το ιλαρό το πρόσωπο της
κι εγώ ήμουν το κατάξερο ασφοδίλι
Πώς μ’ έσεισε το ξύπνημα μιας νιότης,
πώς εγελάσαν τα πικρά μου χείλη!

Σάμπως τα μάτια της να μου είπαν ότι
δεν είμαι πλέον ο ναυαγός κι ο μόνος,
κι ελύγισα σαν από τρυφερότη,
εγώ που μ’ είχε πέτρα κάνει ο πόνος»

Προχωρώντας στα «Νηπενθή» που εκδόθηκαν το 1921 θα ξεχώριζα το καλοδουλεμένο «Πολύμνια» το οποίο είχε αφιερώσει ο Καρυωτάκης στον φίλο του ποιητή Ιωσήφ Ραφτόπουλο:

Ψεύτικα αισθήματα
ψεύτη του κόσμου!
Μα το παράξενο
φως του έρωτός μου
φέγγει στου σκότεινου
δρόμου την άκρη:
Με το παράπονο
και με το δάκρυ,
κόρη χλωμόθωρη
μαυροντυμένη.
Κι είναι σαν αίνιγμα,
και περιμένει.
Λάμπει το βλέμμα της
απ’ την ασθένεια.
Σάμπως να λιώνουνε
χέρια κερένια.
Στ’ άσαρκα μάγουλα
πώς έχει μείνει
πίκρα το νόημα
γέλιου που σβήνει!
Είναι το αξήγητο
το μικροστόμα
δίχως το μίλημα,
δίχως το χρώμα.
Κάποια μεσάνυχτα
θα σε αγαπήσω,
Μούσα. Τα μάτια σου
θαν τα φιλήσω,
νά βρω γυρεύοντας
μες στα νερά τους
τα χρυσονείρατα
και τους θανάτους,
και τη βασίλισσα
λέξη του κόσμου,
και το παράξενο
φως του έρωτός μου.

ενώ οι στίχοι της πρώτης στροφής από το ποίημα «Οι στίχοι μου» της ίδιας συλλογής μαρτυρούν απλά, όμορφα αλλά και προφητικά την αλήθεια για το πώς έγραψε την ποίηση του ο Κώστας Καρυωτάκης:

«Δικά μου οι Στίχοι, απ’ το αίμα μου παιδιά.  
Μιλούνε, μα τα λόγια σαν κομμάτια
τα δίνω από την ίδια μου καρδιά,
σα δάκρυα τους τα δίνω από τα μάτια».

Ένα από τα κορυφαία αριστουργήματα του ποιητή βρίσκεται στην ίδια συλλογή και είναι το «Μπαλάντα στους άδοξους ποιητές των αιώνων» (απαγγελία από την σειρά "Καρυωτάκης")

Από θεούς κι ανθρώπους μισημένοι,
σαν άρχοντες που εξέπεσαν πικροί,
μαραίνονται οι Βερλέν· τους απομένει
πλούτος η ρίμα πλούσια και αργυρή.

Οι Ουγκό με «Τιμωρίες» την τρομερή
των Ολυμπίων εκδίκηση μεθούνε.
Μα εγώ θα γράψω μια λυπητερή
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που ’ναι.

Αν έζησαν οι Πόε δυστυχισμένοι,
και αν οι Μποντλέρ εζήσανε νεκροί,
η Αθανασία τούς είναι χαρισμένη.
Κανένας όμως δεν ανιστορεί
και το έρεβος εσκέπασε βαρύ
τους στιχουργούς που ανάξια στιχουργούνε.
Μα εγώ σαν προσφορά κάνω ιερή
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που ’ναι.

Του κόσμου η καταφρόνια τούς βαραίνει
κι αυτοί περνούνε αλύγιστοι και ωχροί,
στην τραγικήν απάτη τους δομένοι
πως κάπου πέρα η Δόξα καρτερεί,
παρθένα βαθυστόχαστα ιλαρή.
Μα ξέροντας πως όλοι τούς ξεχνούνε,
νοσταλγικά εγώ κλαίω τη θλιβερή
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που ’ναι.

Και κάποτε οι μελλούμενοι καιροί:
«Ποιός άδοξος ποιητής» θέλω να πούνε
«την έγραψε μιαν έτσι πενιχρή
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που ’ναι;»

Πριν φύγουμε από τα «Νηπενθή» το ποίημα «Δρόμος»

Τώρα μακραίνουνε
πύργοι, παλάτια.
Κλαίνε μου οι θύμησες,
κλαίνε τα μάτια.

Τώρα θανάσιμη
νύχτα με ζώνει.
Μέσα μου ογκώνονται
οι άφραστοι πόνοι.

Μ’ είδαν, προσπέρασαν
όσοι αγαπάω.
Μόνος απόμεινα
κι έρημος πάω.

Πόσο τ’ ανέβασμα
του άχαρου δρόμου!
Στρέφω κοιτάζοντας
προς τ’ όνειρό μου:
Μόλις και φαίνονται
οι άσπρες εικόνες.
Τ’ άνθη, χαμόγελα
μες στους χειμώνες.

Αεροσαλεύουνε
κρίνοι και χέρια.
Ήλιοι τα πρόσωπα,
μάτια τ’ αστέρια.

Είναι και ανάμεσα
σ’ όλα η Αγάπη:
Στο πρωτοφίλημα
κόρη που εντράπη.

Κι όλο μακραίνουνε
πύργοι, παλάτια.
Κλαίνε μου οι θύμησες,
κλαίνε τα μάτια…

Η τελευταία συλλογή του Καρυωτάκη εκδίδεται το 1927 και είναι η περίφημη «Ελεγεία και Σάτιρες». Γι’ αυτήν την συλλογή ο Τέλλος Άγρας έγραψε: «Και ξαφνικά με την τρίτη του συλλογή «Ελεγεία και Σάτιρες» μας εξεπέρασεν όλους τελείως κι εξακολουθητικά».
Ας ξεκινήσουμε με την «Ωδή σ’ ένα παιδάκι»

Άρι, μαζί με σένα
έφυγαν όλοι τώρα.
Αφρόντιστα έχουν μείνει
τα έπιπλα, και τα δώρα
γυρεύουν τα χεράκια
που σάλευαν σαν κρίνοι.

Ερημικά, σωπαίνουν,
πρωτογνώριστα μέρη,
οι σκάλες, τα δωμάτια.
Ούτε κανείς πια ξέρει
αν πάλι θ’ ανατείλουν
τα παιδικά σου μάτια.

Ανοιγοκλειώ τις πόρτες,
μπαίνω παντού, μιλάω
λόγια πικρά στους τοίχους,
χωρίς αιτία γελάω,
θέλοντας να ξυπνήσω
τους κοιμισμένους ήχους.

Στην άδεια ζαρντινιέρα
τα παιχνίδια σου βάνω.
Η μαϊμού σου καβάλα
στο προβατάκι πάνω.
Ύστερα η πεταλούδα
με τα φτερά μεγάλα.

(Κλυδωνίζεται τώρα,
ώς τα θεμέλια φρίττει,
και το πηγαίνει ο Χρόνος
το πατρικό μου σπίτι.
Άξαφνα βλέπω να ’μαι
ο τελευταίος, ο μόνος.)

Ευτυχίζω σε σένα
τις ερχόμενες τύχες,
την άγνοια του κόσμου,
το χαμόγελο που είχες,
ω άγγελε παραστάτη,
ω παρήγορο φως μου!

συνεχίζουμε με το ποίημα «Ανδρείκελα» που έχουν μελοποιήσει τα«Υπόγεια Ρεύματα»:

Σα να μην ήρθαμε ποτέ σ’ αυτή τη γη,
σα να μένουμε ακόμη στην ανυπαρξία.
Σκοτάδι γύρω δίχως μια μαρμαρυγή.
Άνθρωποι στων άλλων μόνο τη φαντασία.

Από χαρτί πλασμένα κι από δισταγμό
ανδρείκελα, στης Μοίρας τα δυο τυφλά χέρια,
χορεύουμε, δεχόμαστε τον εμπαιγμό,
άτονα κοιτώντας, παθητικά, τ’ αστέρια.

Μακρινή χώρα είναι για μας κάθε χαρά,
η ελπίδα κι η νεότης έννοια αφηρημένη.
Άλλος δεν ξέρει ότι βρισκόμαστε, παρά
όποιος πατάει επάνω μας καθώς διαβαίνει.

Πέρασαν τόσα χρόνια, πέρασε ο καιρός.
Ω! κι αν δεν ήταν η βαθιά λύπη στο σώμα,
ω! κι αν δεν ήταν στην ψυχή ο πραγματικός
πόνος μας, για να λέει ότι υπάρχουμε ακόμα…

ενώ ένα από τα καλύτερα ποιήματα του Καρυωτάκη (περνώντας σιγά σιγά στις Σάτιρες) είναι το αριστουργηματικό «Μικρή ασυμφωνία εις Α μείζον» (μελοποίηση από τον Δημήτρη Καρούσο) με «θύμα» τον ποιητή Μιλτιάδη Μαλακάση, ο οποίος υπήρξε βασική επιρροή για τον Καρυωτάκη. Όπως θα σημειώσει ο ίδιος ο Καρυωτάκης, το ποίημα δεν απευθύνεται στον ποιητή, αλλά στον κοσμικό κύριο Μαλακάση. Απολαύστε το:

Α! κύριε, κύριε Μαλακάση,
ποιός θα βρεθεί να μας δικάσει,
μικρόν εμέ κι εσάς μεγάλο,
ίδια τον ένα και τον άλλο;

Τους τρόπους, το παράστημά σας,
το θελκτικό μειδίαμά σας,
το monocle που σας βοηθάει
να βλέπετε μόνο στο πλάι
και μόνο αυτούς να χαιρετάτε
όσοι μοιάζουν αριστοκράται,

την περιποιημένη φάτσα,
την υπεροπτική γκριμάτσα
από τη μια μεριά να βάλει
της ζυγαριάς, κι από την άλλη
πλάστιγγα να βροντήσω κάτου,
μισητό σκήνωμα, θανάτου
άθυρμα, συντριμμένο βάζον,
εγώ, κύμβαλον αλαλάζον.

Α! κύριε, κύριε Μαλακάση,
ποιός τελευταίος θα γελάσει;

ένα απόσπασμα από το ποίημα «Σταδιοδρομία» είδαμε πιο πάνω. Εδώ όλο:

Τη σάρκα, το αίμα θα βάλω
σε σχήμα βιβλίου μεγάλο.

«Οι στίχοι παρέχουν ελπίδες»
θα γράψουν οι εφημερίδες.

«Κλεαρέτη Δίπλα-Μαλάμου»
και δίπλα σ’ αυτό τ’ όνομά μου.

Την ψυχή και το σώμα πάλι
στη δουλειά θα δίνω, στην πάλη.

Αλλά, με τη δύση του ηλίου,
θα πηγαίνω στου Βασιλείου.

Εκεί θα βρίσκω όλους τους άλλους
λογίους και τους διδασκάλους.

Τα λόγια μου θα ’χουν ουσία,
η σιωπή μου μια σημασία.

Θηρεύοντας πράγματα αιώνια,
θ’ αφήσω να φύγουν τα χρόνια.

Θα φύγουν, και θα ’ναι η καρδιά μου
σα ρόδο που επάτησα χάμου.

Πολύ σημαντικό ποίημα επίσης για την ποίηση του Καρυωτάκη το «Εμβατήριο πένθιμο και κατακόρυφο» με τον αυτοσαρκασμό να φτάνει – κατακορύφως! σε μεγάλα ύψη. Μόνο που βέβαια όπως σε κάθε μεγάλο ποίημα τα πράγματα δεν είναι ποτέ τόσο απλά ούτε μονόπαντα. Δεν πρόκειται λοιπόν απλά και μόνο για αυτοσαρκασμό, γι’ αυτό …φυλαχτείτε. (μελοποίηση από τα "Μωρά στη φωτιά")

Στο ταβάνι βλέπω τους γύψους.
Μαίανδροι στο χορό τους με τραβάνε.
Η ευτυχία μου, σκέπτομαι, θα ’ναι
ζήτημα ύψους.

Σύμβολα ζωής υπερτέρας,
ρόδα αναλλοίωτα, μετουσιωμένα,
λευκές άκανθες ολόγυρα σ’ ένα
Αμάλθειο κέρας.

(Ταπεινή τέχνη χωρίς ύφος,
πόσο αργά δέχομαι το δίδαγμα σου!)
Όνειρο ανάγλυφο, θα ’ρθώ κοντά σου
κατακορύφως.

Οι ορίζοντες θα μ’ έχουν πνίξει.
Σ’ όλα τα κλίματα, σ’ όλα τα πλάτη,
αγώνες για το ψωμί και το αλάτι,
έρωτες, πλήξη.

Α! πρέπει τώρα να φορέσω
τ’ ωραίο εκείνο γύψινο στεφάνι.
Έτσι, με πλαίσιο γύρω το ταβάνι,
πολύ θ’ αρέσω.

τελευταίο από την συλλογή «Ελεγεία και Σάτιρες» ένα πολύ γνωστό ποίημα το «Ιδανικοί αυτόχειρες» (έχει μελοποιηθεί από τον ΛουκάΘάνο με ερμηνευτή τον Νίκο Ξυλούρη).

Γυρίζουν το κλειδί στην πόρτα, παίρνουν
τα παλιά, φυλαγμένα γράμματά τους,
διαβάζουν ήσυχα, κι έπειτα σέρνουν
για τελευταία φορά τα βήματά τους.

Ήταν η ζωή τους, λένε, τραγωδία.
Θεέ μου, το φριχτό γέλιο των ανθρώπων,
τα δάκρυα, ο ιδρώς, η νοσταλγία
των ουρανών, η ερημία των τόπων.

Στέκονται στο παράθυρο, κοιτάνε
τα δέντρα, τα παιδιά, πέρα τη φύση,
τους μαρμαράδες που σφυροκοπάνε,
τον ήλιο που για πάντα θέλει δύσει.

Όλα τελείωσαν. Το σημείωμα νά το,
σύντομο, απλό, βαθύ, καθώς ταιριάζει,
αδιαφορία, συγχώρηση γεμάτο
για κείνον που θα κλαίει και θα διαβάζει.

Βλέπουν τον καθρέφτη, βλέπουν την ώρα,
ρωτούν αν είναι τρέλα τάχα ή λάθος,
«όλα τελείωσαν» ψιθυρίζουν «τώρα»,
πως θ’ αναβάλουν βέβαιοι κατά βάθος.

Τελευταία ποιήματα πριν την αυτοκτονία, τα οποία δεν εντάχθηκαν σε καμιά συλλογή φυσικά, αλλά πάρα πολύ σημαντικά για το Καρυωτακικό έργο η «Αισιοδοξία»

Ας υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσει
στο μαύρο αδιέξοδο, στην άβυσσο του νου.
Ας υποθέσουμε πως ήρθανε τα δάση
μ’ αυτοκρατορικήν εξάρτυση πρωινού
θριάμβου, με πουλιά, με το φως τ’ ουρανού
και με τον ήλιον όπου θα τα διαπεράσει.

Ας υποθέσουμε πως είμαστε εκειπέρα,
σε χώρες άγνωστες, της Δύσης, του Βορρά·
ενώ πετούμε το παλτό μας στον αέρα,
οι ξένοι βλέπουνε περίεργα, σοβαρά.
Για να μας δεχτεί κάποια λαίδη τρυφερά,
έδιωξε τους υπηρέτες της ολημέρα.

Ας υποθέσουμε πως του καπέλου ο γύρος
άξαφνα εφάρδυνε, μα εστένεψαν, κολλούν
τα παντελόνια μας, και, με του πτερνιστήρος
το πρόσταγμα, χιλιάδες άλογα κινούν.
Πηγαίνουμε —σημαίες στον άνεμο χτυπούν—
ήρωες σταυροφόροι, σωτήρες του Σωτήρος.

Ας υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσει
από εκατό δρόμους τα όρια της σιγής,
κι ας τραγουδήσουμε, το τραγούδι να μοιάσει
νικητήριο σάλπισμα, ξέσπασμα κραυγής—
τους πυρρούς δαίμονες, στα έγκατα της γης,
και, ψηλά, τους ανθρώπους να διασκεδάσει.


Το σπίτι που έμενε ο Καρυωτάκης στην Πρέβεζα τις τελευταίες 32 μέρες της ζωής του



και φυσικά το «Πρέβεζα» όπου γίνεται φανερή η διάθεση του ποιητή τις τελευταίες μέρες της ζωής του

Θάνατος είναι οι κάργες που χτυπιούνται
στους μαύρους τοίχους και στα κεραμίδια,
θάνατος οι γυναίκες που αγαπιούνται
καθώς να καθαρίζουνε κρεμμύδια.

Θάνατος οι λεροί, ασήμαντοι δρόμοι
με τα λαμπρά, μεγάλα ονόματά τους,
ο ελαιώνας, γύρω η θάλασσα, κι ακόμη
ο ήλιος, θάνατος μέσα στους θανάτους.

Θάνατος ο αστυνόμος που διπλώνει,
για να ζυγίσει, μια «ελλιπή» μερίδα,
θάνατος τα ζουμπούλια στο μπαλκόνι
κι ο δάσκαλος με την εφημερίδα.

Βάσις, Φρουρά, Εξηκονταρχία Πρεβέζης.
Την Κυριακή θ’ ακούσουμε τη μπάντα.
Επήρα ένα βιβλιάριο Τραπέζης,
πρώτη κατάθεσις δραχμαί τριάντα.

Περπατώντας αργά στην προκυμαία,
«υπάρχω;» λες, κι ύστερα: «δεν υπάρχεις!»
Φτάνει το πλοίο. Υψωμένη σημαία.
Ίσως έρχεται ο κύριος Νομάρχης.

Αν τουλάχιστον, μέσα στους ανθρώπους
αυτούς, ένας επέθαινε από αηδία…
Σιωπηλοί, θλιμμένοι, με σεμνούς τρόπους,
θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία.

Ο Καρυωτάκης έγραψε και αρκετά πεζά (ενώ μας άφησε και μεταφραστικό έργο, όχι πολύ μεγάλο αλλά πάντως πάρα πολύ καλό).
Κλείνοντας αυτό το αφιέρωμα στην μνήμη του Κώστα Καρυωτάκη, θα ήθελα να πω ότι η τσιγκουνιά είναι κακό πράγμα – παντού. Ας πάψουμε λοιπόν να είμαστε μίζεροι κι ας του δώσουμε αυτό που του αξίζει. Ούτως ή άλλως, θέλετε δεν θέλετε, τον αγαπάτε ή όχι, όλοι όσοι ασχολείστε με την ποίηση είτε ως αναγνώστες είτε ως γράφοντες και οι ίδιοι είστε επηρεασμένοι απ’ αυτόν, κρύβεται πάντα κάπου εκεί. Ακόμα κι αν δεν έχετε διαβάσει ούτε ένα στίχο του. Θα το έχουν κάνει – να είστε σίγουροι – άλλοι από τους οποίους έχετε επηρεαστεί (ή διαβάζετε ως αναγνώστες). Ελάτε λοιπόν, ας το πούμε δυνατά, μην ντρέπεστε και μη είστε τσιγκούνηδες, ας του δώσουμε αυτό που του αξίζει όπως το έκανε ο Ανδρέας Εμπειρίκος. Πάμε μαζί του: «Το λέγω και θα το ξαναπώ πολλάκις – είναι μεγάλος ποιητής ο Κώστας Καρυωτάκης».


Σάββατο 6 Ιουνίου 2020

Ο Νίκος Εγγονόπουλος και ο Ανωγειανός …Σολτάτος!




Ο Νίκος Εγγονόπουλος και ο Ανωγειανός …Σολτάτος!

Σε ένα από τα ποιήματα της τελευταίας του ποιητικής συλλογής που φέρει τον τίτλο «Στην κοιλάδα με τους ροδώνες» με ποιήματα γραμμένα μεταξύ του 1957 και του 1978, ο Νίκος Εγγονόπουλος κάνει την μοναδική ίσως (εγώ τουλάχιστον δεν έχω υπόψη μου καμιά άλλη) αναφορά στα Ανώγεια που υπάρχει σε ποίημα σημαντικού ποιητή της ελληνικής γλώσσας. Γιατί βέβαια, παρά τις επί μέρους– ή και τις εν τω συνόλω -   αντιρρήσεις, ο Νίκος Εγγονόπουλος είναι ένας σημαντικός ποιητής. Η αναφορά γίνεται στο ποίημα ΚΑΦΦΕΝΕΙΟΝ «Ο ΚΟΥΤΡΟΥΜΠΑΣ» όπου αναφέρεται ο Ανωγειανός δρομέας Σουλτάτος. Ο Εγγονόπουλος είτε από λάθος, είτε ποιητική αδεία – το πιθανότερο – τον αναφέρει ως «Σολτάτο». Ο Ανωγειανός Σολτάτος λοιπόν και ο Μαρουσώτης Σπύρος Λούης  - με αναφορά που ακολουθεί στον επόμενο στίχο – αναφέρονται ως παράδειγμα «γρηγοροπόδαρων» ανθρώπων στο ποίημα του Εγγονόπουλου, το οποίο μπορείτε να διαβάσετε παρακάτω:

ΚΑΦΦΕΝΕΙΟΝ «Ο ΚΟΥΤΡΟΥΜΠΑΣ»
ούτε οι ακόλουθοι ωκύποδες:
ούτε ο Ανωγειανός Σολτάτος
ούτε ο Σπύρος Λούης – Μαρουσώτης –
δεν αναπτύξανε ποτέ τέτοια τρεχάλα
ωσάν αυτήν π’ ανέπτυξα
- εγώ: ο γράφων –
για ν’ αποφύγω τους
ανθρώπους
όπου λεν ψέμματα

βέβαια κακόπιστοι σχολιαστές
ερμήνεψαν ποικιλοτρόπως
το φέρσιμο μου
- συνηθισμένη ιστορία –
μα τίποτε!
για μένανε μεγίστη σημασία
έχει
όπου απέφυγα έτσι
- λυσιτελώς –
τους
ανθρώπους
που λεν τα ψέμματα
(Νίκος Εγγονόπουλος «Στην κοιλάδα με τους ροδώνες», εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ, σελ. 115-116)

Άσχετη με το θέμα μας παρατήρηση: Πάντα όσες φορές εδιάβασα το συγκεκριμένο ποίημα, στους τελευταίους του στίχους έρχονταν στ’ αυτιά μου ένας καβαφικός απόηχος από το «Εις τα περίχωρα της Αντιοχείας»: «Το ουσιώδες είναι που έσκασε» του Καβάφη αντηχεί στο «για μένα μέγιστη σημασία έχει» του Εγγονόπουλου, και βέβαια υπάρχει η παρουσία του "βέβαια κακόπιστοι σχολιαστές", το οποίο καθρεπτίζεται στο "Έσκασε ο Ιουλιανός και διέδωσε - τι άλλο θα έκαμνε - πως η φωτιά ήταν βαλτή από τους Χριστιανούς εμάς" του ποιήματος του Καβάφη, ενώ φυσικά οι αντηχήσεις υπάρχουν και στην γλώσσα και στο ύφος σε ένα βαθμό.
Στο θέμα μας: Ποιος είναι ο «Ανωγειανός Σολτάτος» που παρουσιάζεται στο ποίημα του Εγγονόπουλου μαζί με τον Σπύρο Λούη ως χαρακτηριστικά παραδείγματα γρήγορων ανθρώπων; Πρόκειται – με αμφιβολία τείνουσα στο μηδέν ως προς αυτό – για τον Γ. Σουλτάτο, ο οποίος ήταν αυτός που έτρεξε στα Σφακιά για να καλέσει σε βοήθεια προς τους Σφακιανούς που μετά την απόδραση τους από τον Κούλε Ηρακλείου στα 1773 κρύφτηκαν σε σπήλαιο από το οποίο δεν μπορούσαν να μετακινηθούν πεζοί. Η παρακάτω αναφορά είναι από το βιβλίο του Ι.Δ. Μουρέλλου «Ιστορία της Κρήτης»:
«Δεκαπέντε μέρες έμειναν μέσα στο Σπήλιο κάτω από την προστασία των Κουρμούληδων, ως ότου ειδοποιηθούν με τον περίφημο ανωγειανό δρομέα Γ. Σουλτάτο οι καπετάνιοι των Σφακιών και οι συγγενείς εκείνων που σώθηκαν, να στείλουν ζώα να τους πάρουν, γιατί ήταν αδύνατο να μετακινηθούν πεζοί ».
Για περισσότερες πληροφορίες για το θέμα μπορείτε να επισκεφθείτε τον παρακάτω σύνδεσμο από την ΑΝΩΓΗ: Πρόκειταιγια ένα άρθρο του Μανόλη Μιχ. Δακανάλη με θέμα την …ωκυποδία των Ανωγειανών (τη εξαίρεσή εμού βεβαίως, αλλά και όχι μόνον! Όμως ας αφήσουμε στην ησυχία τους τους ...βραδύποδες και ας μείνουμε στους...σβέλτους για την ώρα).




Πέμπτη 4 Ιουνίου 2020

Circuit





Circuit
 (να διαβαστεί με φωνή εμπειρίκειο)

Το κακόμοιρο παιδί του Μπρετόν
να πνίγεται μέσα σε ελληνική κολυμβήθρα
                (της ένδοξης ελληνορθοδόξου παραδόσεως…)
και τότε ο Εγγονόπουλος
                (φορώντας άμφια ιερέως)
δίνει μια
(βουρλισμένος ίσως από το ακατάδεχτο πλήθος)
κλωτσάει την κολυμπήθρα
τα νερά χύνονται
το παιδί γλιστράει πασαλειμμένο άγιο μύρο
ξεφεύγει από χέρια λαδωμένα
κάνει γύρους ανάμεσα σε μανουάλια και στασίδια
σαν μονοθέσιο f1
-          Χωρίς πιτ - στώπ
-          Χωρίς πιτ – στώπ
με ελαστικά βρόχινα από την μια μεριά
και σλικ από την άλλη
Τετ – α – κε τάρει
Τετ – α – κε τάρει

Μα που είναι ο μάστορας;
τα κλειδιά;
τα καντσαβίδια;
Where is the lollipop man?

Ω! γαμώ τους χίλιους γρύλους!

Το μονοθέσιο έχει αρπάξει στις ρόδες του
τα ταγέρ των permanent κυριών
και στρουφαλιδών
Ω! στροφές των στροφάλων!
-          Χωρίς πιτ – στωπ
-          Χωρίς πτι – στωπ

Αναδιατάσσει στροφές και ευθείες
μέσα στον ναό
διαπερνώντας με την σουβλερή του μύτη
Ω! της f1 αεροδυναμιστές
το ιερό και την αγία τράπεζα
(δεν ξέρω ποια απ’ όλες, όλες αγίες είναι)
Λαρισαίοι και Υδραίοι βοηθάτε!

Τα γυαλιά του Εγγονόπουλου βορείως του γυναικωνίτη
πάνω στην εικόνα του ανανία μισαήλ 
το μούσι του Εμπειρίκου να γνέφει από το σείστρο
περιπεπλεγμένο στο σχοινί ανακρούσεως
τώρα πάνω στο μονοθέσιο ο Νικόλας Ράντος
-          Χωρίς πιτ – στωπ
-          Χωρίς πτι – στωπ
Να θρυμματίζει τα καντήλια

Οι καλεσμένοι εύχονται για το νεοφώτιστο στους ευτυχείς γονείς
καθώς εν είδη μετάληψης
εν μέσω συριγμών και ήχων πνιγμού
καταπίνουν τα γόνατα Μακ Φέρσον
και το σύστημα μεταδόσεως

Η ώρα μηδέν τέσσερεις μηδέν μηδέν
Ξεκινούμε 13 γύρους πίσω





Σάββατο 16 Μαΐου 2020

Χουάν Πρεσιάδο






Χουάν Πρεσιάδο
                στον Χουάν Ρούλφο




Χουάν Πρεσιάδο

        τι γυρεύεις εδώ;

έπαιζες κάποτε με τα κοντά σου παντελόνια

και την διχώς μανίκια λεπτή φανέλα

στα υψίπεδα που διαφέντευε ο ήλιος

τα παιδιά του τόπου σου

με τ’ αεικίνητα μάτια

και τα σχισμένα γόνατα

με τις περίτεχνες πλεξούδες στα μαλλιά

με τις φωτιές στα χέρια

ήσουν πάντα ξένος στον κόσμο τους

 

για που κίνησες τώρα;

δεν είναι μονάχα μια υπόσχεση

το ξέρεις

είναι μια άλλη δύναμη που σε κινεί να φύγεις

ψάχνεις τις σιδεριές και τα τσιμέντα

να στερεώσεις αυτό που ρέει σαν λάβα

κάτω απ’ τα πόδια σου

κι αυτά τα πόδια

σ’ εφέραν εδώ

γιατί;

 

Χουάν Πρεσιάδο

γνωρίζεις άραγε αυτό που θα σε φάει;

είναι το ίδιο που τρέφονταν από τις σάρκες σου χθες

είναι το ίδιο που τρέφετε απ’ τις σάρκες σου χρόνια τώρα

 

στο στομάχι μέσα του κτήνους

τα γαστρικά υγρά σε τρυπάνε

 

γιατί να τον βρεις άλλωστε;

 

Χουάν Πρεσιάδο

φύγε μακριά!

την έχεις δει τη μοίρα σου,

                        άγραφη που ‘ναι;






Σαν σήμερα, στις 17 Μάη 1917 γεννήθηκε ο Χουάν Ρούλφο, ο συγγραφέας του Πέδρο Πάραμο.
Σε κάποια από τις αναμετρήσεις μου μαζί του, κατακρεουργημένος από αυτόν τον ολετήρα, προέκυψε αυτό το μικρό στιχούργημα…




Δευτέρα 11 Μαΐου 2020

Georg Trakl - Δύο αποδόσεις ενός ποιήματος και ένα σχόλιο







Ακολουθούν δύο απόπειρες απόδοσης του ποιήματος "Στην αδελφή" του Γκέοργκ Τρακλ και ένα σχόλιο για το πώς αυτές προέκυψαν





Georg Trakl
Άσματα του ροζαρίου
Στην Αδελφή (πρώτη απόδοση)

Όπου περνάς φθινόπωρο γίνεται και βράδυ
γαλάζιο αγρίμι κάτω απ’ τα δέντρα βρυχάται
λίμνη ερημική το βράδυ

αχνό το πέταγμα των πουλιών ηχεί
θλίψη στα τόξα των ματιών σου
το φτενό χαμόγελο σου ηχεί

τα βλέφαρα σου ο θεός λύγισε
στην νύχτα τ’ άστρα αναζητούν, παιδί της Μεγάλης Παρασκευής
του μετώπου σου το τόξο



Georg Trakl
Άσματα του ροζαρίου
Στην Αδελφή (δεύτερη απόδοση)
Όπου περπατάς φθινόπωρο γίνεται και βράδυ
γαλάζιο αγρίμι κάτω απ’ τα δέντρα βρυχάται
το βράδυ λίμνη ερημική

γαλήνιο το πέταγμα των πουλιών ακούγεται
θλίψη στα τόξα των ματιών σου
το εύθραυστο ηχεί χαμόγελο σου

ο θεός τα βλέφαρα σου ελύγισε
παιδί της Μεγάλης Παρασκευής, στην νύχτα τ’ άστρα ψάχνουν
το τόξο του μετώπου σου



και ένα σχόλιο... 


Αυτή είναι μια – διπλή - απόπειρα μετάφρασης ή καλύτερα απόδοσης, ενός από τα πιο καίρια για την ποιητική περιοχή (αλλά ίσως και την προσωπική ζωή του ποιητή, αν και δεν με ενδιαφέρουν οι αυτοβιογραφικές ερμηνείες) του Georg Trakl ποιήματος. Πρόκειται για τον ποίημα «στην αδελφή» που ανήκει στα «άσματα του ροζαρίου».
Είχα υπόψη μου τρεις ήδη υπάρχουσες μεταφράσεις στα ελληνικά. Προέρχονται από τους τόμους: Γκέοργκ Τρακλ «Ένας οδοιπόρος στον μαύρο άνεμο» εκδόσεις Νησίδες σε μετάφραση της Ιωάννας Αβραμίδου, Georg Trakl «Σκοτεινή αγάπη μιας άγριας γενιάς» εκδόσεις Γαβριηλίδης σε μετάφραση Νίκου Ερηνάκη και Georg Trakl  «Ποιήματα» εκδόσεις Περισπωμένη σε μετάφραση Θανάση Λάμπρου. Αυτοί είναι οι τρεις τόμοι – ή τουλάχιστον αυτούς έχω εγώ υπόψη μου -  στα ελληνικά με ποιήματα του Τρακλ στους οποίους περιλαμβάνεται και το υπό συζήτηση ποίημα. Πρόκειται για δίγλωσσες εκδόσεις και στις τρεις περιπτώσεις. Άλλες δυο εξαιρετικές προσπάθειες μετάφρασης ποιημάτων του Τρακλ που αξίζει να αναφερθούν είναι οι: Γκέοργκ Τρακλ «Ο Sebastian στο όνειρο και δημοσιεύσεις στο “Brenner” 1914/1915» εκδόσεις Ύψιλον σε μετάφραση της Έλενας Νούσια και Γκέοργκ Τρακλ «Το όνειρο του κακού» εκδόσεις Ερατώ σε μετάφραση Μιχάλη Παπαντωνόπουλου. Σε αυτές τις δύο συλλογές δεν περιλαμβάνεται το υπό συζήτηση ποίημα.
Οπωσδήποτε μια μετάφραση ή απόπειρα απόδοσης σε άλλη γλώσσα ποιημάτων κουβαλάει μαζί της πολλά και γνωστά προβλήματα. Έχουν χυθεί τόνοι μελάνης και δεν θα με απασχολήσει το θέμα εδώ, στο βαθμό που δεν αφορά τουλάχιστον ειδικά στοιχεία της συγκεκριμένης μετάφρασης. Ακόμη περισσότερο ποιητές σαν τον Τρακλ – πολλώ δε μάλλον ο ίδιος ο Τρακλ – παρουσιάζουν ακόμη περισσότερες δυσκολίες.
Άρχισα να καταπιάνομαι με το συγκεκριμένο ποίημα για αρκετούς λόγους: Όπως ήδη ανέφερα το θεωρώ – και είναι – κομβικό για την Τρακλιανή ποιητική. Επίσης ήθελα να προσεγγίσω με μια νέα ματιά ίσως, ένα ειδικό θέμα, κι αυτό δεν είναι άλλο από τους ήχους του ποιήματος. Αν σκεφτούμε ότι πρόκειται για έναν εξπρεσιονιστή ποιητή, αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία.
Όλη η ιδέα – αν και στην πορεία με απασχόλησαν και άλλα πράγματα όπως η χρήση κάποιων συγκεκριμένων λέξεων – είχε να κάνει με τους ήχους που παράγονται στην σκηνοθεσία αυτής της σύνθεσης του  Τρακλ. Έχουμε μια εικονοποιεία η οποία «μιλάει» ταυτόχρονα, βγάζει ήχους και ο ποιητής επιμένει φυσικά πάνω σε αυτούς τους ήχους – πράγμα, επαναλαμβάνω εξόχως σημαντικό ιδιαίτερα σε ένα εξπρεσιονιστικό ποίημα. Έχουμε λοιπόν ήχους της λίμνης, των πουλιών και του γέλιου, αυτοί είναι τουλάχιστον οι απολύτως φανεροί, αλλά εγώ «ακούω» και κάποιους πιο κρυφούς όπως τους ήχους των βημάτων στον πρώτο στίχο όπου η αδελφή περπατώντας, πηγαίνοντας, περνώντας, δημιουργεί φθινόπωρο και βράδυ. Ήχοι δημιουργούνται από αυτό το βάδισμα, το πέρασμα και την μεταμόρφωση. Είναι ίσως ήχοι απαλοί, σχεδόν άηχοι, ωστόσο ακούγονται.
Στις ήδη υπάρχουσες μεταφράσεις η «ρύθμιση της έντασης του ήχου» μένει χαμηλά σε όλη τη διάρκεια του ποιήματος, πράγμα που ίσως του δίνει μια ηχητική συνοχή στην περιοχή των σιγανών, των απαλών, των ανεπαίσθητων ήχων. Σε όλη την διάρκεια πρέπει να έχεις στήσει αυτί για να ακούσεις – και αν. Τίποτα δεν ξεφεύγει πάνω από το επίπεδο του ψιθύρου. Έτσι, το γαλάζιο αγρίμι απλώς ακούγεται ή ηχεί. Απροσδιόριστα και ανεπαίσθητα. Των πουλιών το πέταγμα είναι απαλό, σιγανό ή ήσυχο και το γέλιο αδύναμο («αδύναμο ηχεί») ή σφιχτό ή λιγνό.
Έτσι όλο το ποίημα το σκεπάζει μια ησυχία, αποτελούμενη από ήχους.
Θεώρησα ότι η ένταση των ήχων, πριν κοπάσει πρέπει να ακουστεί. Να ακουστεί απότομα και δυνατά σαν κραυγή (τόσο συνυφασμένη με την εξπρεσιονιστική αισθητική).
Έτσι επέλεξα την λέξη «βρυχάται» για να αποδώσει τους ήχους που παράγονται από το γαλάζιο αγρίμι. Θεωρώ πως η λέξη tönt του πρωτοτύπου, επιτρέπει αυτήν την κατά κάποιο τρόπο "αυθαιρεσία" (την οποία για να είμαι ειλικρινής δεν θεωρώ αυθαιρεσία ειδικά αν αποφασίσουμε να ελέγξουμε τα πράγματα από την σκοπιά της ποιητικής γλώσσας).
Αυτή η αλλαγή προκαλεί μια εντελώς διαφορετική διακύμανση στους ήχους του ποιήματος. Μοιάζει να εισβάλει αυθαίρετα ξεχαρβαλώνοντας την συντεταγμένη ησυχία των στίχων.
Όμως: είναι ο μοναδικός εσωτερικός ήχος (με την έννοια του βαθέως αλλά και όχι μόνο) που ακούγεται σε όλο το ποίημα και είναι ακριβώς αυτός που βγαίνει μέσα από κάποιο βάθος. Είναι ο «εντός ήχος» και γι’ αυτό σε πλήρη αντίθεση με την – φαινομενική ούτως ή άλλως – ηρεμία, ανησυχαστική ηρεμία ίσως, των εξωτερικών ήχων. Είναι φανερό ότι κι αυτοί είναι έτοιμοι να ξεσπάσουν. Κινούνται στο όριο της νηνεμίας πριν την θύελλα. Όλος ο από κάτω κόσμος της σύνθεσης, όλος ο εσωτερικός κόσμος των πρωταγωνιστών της, βρυχάται, μαίνεται, λυσσομανά. «Μέσα μου αφρίζουν θάλασσες κι ωκεανοί χτυπιούνται…». Αυτή η κομβική αντίφαση θεωρώ πως αποδίδεται καλύτερα με την χρήση αυτής της λέξης (ή ίσως κάποιας ανάλογης).
Η απόδοση αυτής της εικόνας – καλύτερα: του ήχου αυτής της εικόνας – ήταν το κύριο μέλημα στις αποδόσεις αυτές.
Το δεύτερο θέμα από το οποίο προέκυψε και η διπλή μορφή ήταν το εξής: Στο γερμανικό πρωτότυπο, ο Τρακλ τελειώνει με την ίδια λέξη (όχι απλή ομοιοκαταληξία, αλλά με την ίδια ακριβώς λέξη) τον 1ο και τον 3ο στίχο της πρώτης στροφής, ενώ το ίδιο κάνει και στην δεύτερη στροφή. Το μοτίβο αυτό σπάει στην τρίτη και τελευταία στροφή του ποιήματος. Έτσι, στην πρώτη απόπειρα απόδοσης, κράτησα αυτό το στοιχείο από το πρωτότυπο, ενώ στην δεύτερη λειτούργησα εντελώς ελεύθερα κάτι που έχω την αίσθηση ότι βοηθάει την ροή των λέξεων. Παράλληλα, με την ευκαιρία της δεύτερης απόδοσης, άλλαξα κάποιες λέξεις, ώστε να γίνει φανερή – και να προσθέσει ίσως σε απόλαυση – η ποικιλία των λέξεων και των μορφών που μπορεί να πάρει το ποίημα.
Προφανώς και οι δυο προσπάθειες είναι μόνο ένα «παιχνίδι απόδοσης», ένα ποιητικό παιχνίδι, μια απόπειρα ευκρατέστερης συνομιλίας – για μένα προσωπικά - με το ποιητικό σύμπαν του Τρακλ, την οποία απλώς αφήνω εδώ για όποιον άλλο ενδιαφέρεται.



Παρασκευή 8 Μαΐου 2020

Θέλω να ‘ρχεσαι



Θέλω να ‘ρχεσαι
μνήμη Μάρκου Μέσκου

Δεν θέλω να φεύγεις
Θέλω να ‘ρχεσαι
είναι μακριά μου οι μνήμες μιας κάποιας άνοιξης
απλώνω τα χέρια και δεν τις φτάνω

Δεν θέλω να φεύγεις,
Θέλω να ‘ρχεσαι
μυρίζω ακόμη τα κύματα
τρέχει ο αφρός τους στην πλάτη μου

Δεν θέλω να φεύγεις
Θέλω να ‘ρχεσαι
είναι και κείνα τα τοπία που πέρασα δίχως να τα δω
που με φιλοξένησαν κι ας μην τα αισθάνθηκα

Δεν θέλω να φεύγεις
Θέλω να ‘ρχεσαι
οι πόρτες κοιμούνται
τώρα που τις έπιασες στον ύπνο
Πέρνα!
Η άλλη μεριά – ας είναι μια ψευδαίσθηση –
δεν παύει να είναι μια άλλη μεριά

Δεν θέλω να φεύγεις
είναι κοντά μου οι νύχτες του φόνου

Δεν θέλω να φεύγεις
μια ανάσα από μένα τα μεγάλα νέφαλα

Δεν θέλω να φεύγεις
τώρα που στέκομαι μούσκεμα στη μέση του δρόμου
μ’ ένα σβησμένο τσιγάρο στο στόμα

Θέλω να ‘ρχεσαι
ό,τι ζητώ κυλάει μέσα στις φλέβες σου

Θέλω να ‘ρχεσαι
μέσα απ’ τους φράχτες – μέσα απ’ τα τείχη

Θέλω να ‘ρχεσαι!
Να κολυμπάς μέσα στο αίμα μου




(Ανώγεια, Γενάρης-Φλεβάρης 2020)



Πέμπτη 7 Μαΐου 2020

«οι …κατσιμπαλήδες»





«οι …κατσιμπαλήδες»
Τα υ-γκρέκουμ τσικαλάκια
                και οι διπλωμάτες
τα ξόανα της κριτικής
και οι σκελετωμένες μούμιες των «εθνικών παροραμάτων»

Μίλτο Σαχτούρη
                Τους κάρφωσες
μνήμη της καταισχύνης
στο μάρμαρο της ποίησης

                Φτιάχνοντας
το ωραιότερο επιτύμβιο
που θα μπορούσε να ‘χει
                                           ο Καρούζος!



(Ανώγεια Μάης 2020)